Κέντρο Αρχαιομουσικολογίας

Η άρπα της Δάφνης – Μελέτη και ανακατασκευή

Εισαγωγικά

Στον Τάφο ΙΙ της Δάφνης, μαζύ με τον αυλό και τη λύρα, βρέθηκαν το 1981 και μέρη ενός τρίτου μουσικού οργάνου, το οποίο ταυτίστηκε με ασφάλεια με το κλασικό τρίγωνον της γραμματείας και το είδος της άρπας που εμφανίζεται στην εικονογραφία, σχήματος σχεδόν ορθογωνίου τριγώνου, με το ατρακτοειδές ηχείο κατα μήκος της υποτείνουσας, σε θέση απέναντι από το μουσικό, όχι σε επαφή με το σώμα του (εικ. 4-9).[1]

Τα μέλη του οργάνου που βρέθηκαν είναι το σκαφοειδές επίμηκες ηχείο με μικρά δοκάρια στο εσωτερικό του (εικ. 13), ο όρθιος πήχυς και ο χορδοτόνος. Δεν εντοπίστηκε ο οριζόντιος ζυγός του οργάνου, το σκέλος δηλαδή πάνω στο οποίο δένονται οι χορδές με τα κουρδιστήρια (κόλλοπες). Το εύρημα συντηρήθηκε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Η συναρμολόγηση των μερών έγινε στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Πειραιά, μετά τη μεταφορά του εκεί το 1994 (εικ. 2). Σήμερα, φυλάσσεται, μαζύ με τα υπόλοιπα ευρήματα του τάφου, σε προθήκη του πρώτου ορόφου του Μουσείου του Πειραιά (εικ. 3).

 

 

Το ηχείο και ο χορδοτόνος

Το σκαφοειδές, επίμηκες ηχείο σώζεται σε όλο του το μήκος (84 εκ.). Είναι προφανές ότι κατασκευάστηκε από ενιαίο τμήμα ξύλου, το οποίο σκάφτηκε και λειάνθηκε εσωτερικά μέχρις ότου τα τοιχώματα των παρειών του αποκτήσουν πάχος 2 χιλ. Το άνω του άκρο αφέθηκε συμπαγές, προκειμένου να εμπηγεί, μέσω τένοντα, σε θήκη του πήχυ (εικ. 10). Αν και ο τένοντας δεν υφίσταται σήμερα, το σχήμα και οι διαστάσεις του ήσαν, ασφαλώς, ίδια με εκείνα της σωζόμενης υποδοχής του στον πήχυ (εικ. 11-12). Ο αρμός είναι στερεωμένος με εννέα μικρά ορειχάλκινα καρφιά και από τις δύο όψεις, μπροστά και πίσω (εικ. 10). Κατά μήκος του χείλους της κάθε παρειάς υπάρχουν εγκοπές, μέσα στις οποίες είναι σφηνωμένοι μικροί ξύλινοι δοκοί τετραγωνικής διατομής (εικ. 15-16). Η μία πλευρά έφερε εννέα δοκούς με τον Νο 5 στη μέση, ενώ η άλλη πλευρά οκτώ, τοποθετημένους ανάμεσα στους αντικειμένους. Οι δοκοί έχουν μήκος μικρότερο από το άνοιγμα του ηχείου, οπότε δεν ακουμπούν το απένταντι χείλος. Καθώς απομακρύνονται από τη μέση του ηχείου, το μήκος των δοκών ελαττώνεται, ενώ οι αντικείμενοι πλησιάζουν όλο και περισσότερο μεταξύ τους. Δεν σώζονται και οι δύο πλευρές στην ίδια κατάσταση· η πλευρά με τις εννέα δοκούς είναι η καλλίτερα σωζόμενη (εικ. 13), και είναι αυτή που μας παρέχει την εικόνα της καμπύλης του ηχείου στο κάτω του μέρος. Η φθορά της μίας παρειάς του ηχείου (εικ. 14, 10) ασφαλώς οφείλεται στο γεγονός ότι αυτή ήταν η πλευρά που ακουμπούσε στο έδαφος του τάφου, από τη στιγμή που το όργανο, αρχικά τοποθετημένο όρθιο και ακουμπισμένο στο πλαϊνό τοίχωμα του τάφου, αποσυναρμολογήθηκε με την πάροδο του χρόνου και έπεσε στο έδαφος.

 

Όπως αποδείχθηκε από την παρατήρηση με ψηφιακό μικροσκόπιο της επιφάνειας των παρειών (εικ. 19), ολόκληρο το ηχείο ήταν καλυμμένο με δέρμα· φαίνονται καθαρά τα πάμπολλα σημεία στα οποία τμήματά του σώζονται κολλημένα στο δέρμα (εικ. 20).

Συνεπώς, επιβεβαιώνεται η αναμενόμενη συγγένεια στο σημείο αυτό με τις φαραωνικές άρπες, δείγματα των οποίων διαθέτομε σε άριστη κατάσταση: το δέρμα δεν τεντώνεται γύρω από το άνοιγμα του ηχείου, όπως στα τύμπανα, αλλά περιβάλλει ολόκληρο το ηχείο.[2] Ίσως, σ’ αυτό να οφείλεται και η καλή διατήρηση του ξύλου σ’ ένα περιβάλλον μάλλον υγρό. Τα άκρα του δέρματος ενώνονταν, προφανώς, κατά μήκος της ‘καρίνας’ του ηχείου, και η ένωσή τους καλυπτόταν από το σωζόμενο στη θέση του κατά μεγάλο μέρος ορειχάλκινο έλασμα που διέτρεχε απ’ άκρου εις άκρον το ηχείο (εικ. 17), κοσμώντας, παράλληλα, με τον ωραιότερο τρόπο, το όργανο.[3] Η προσαρμογή του ελάσματος έγινε με μικρά ορειχάλκινα καρφιά, ανά δύο σε τακτά διαστήματα. Στην άνω άκρη του το έλασμα απέληγε σε κομψό ανθέμιο (εικ. 21).

 

Ο χορδοτόνος δεν παρουσιάζεται στο Σχέδιο του τάφου (εικ. 1) διότι, προφανώς, βρέθηκε μέσα στο σκάφος του ηχείου, το οποίο και τον προστάτευσε. Πρόκειται για μία ράβδο τριγωνικής διατομής, παχύτερη στο ένα άκρο και λεπτότερη στο άλλο, η οποία σώζεται σε μήκος 54 εκ. και φέρει 26 μικρές οπές, διαμέτρου όλες 0,8 χιλ. σε σταθερές αποστάσεις των 1,9 εκ. (εικ. 22). Ασφαλώς, το άριστα σωζόμενο παχύτερο άκρο, του οποίου η πλαϊνή όψη φέρει μικρό βαθούλωμα στο κέντρο της, συνδεόταν με το άνω, εσωτερικό άκρο του ηχείου (εικ. 23).

Παρ’ όλο που, προφανώς, υπάρχει απώλεια υλικού από το κάτω άκρο του χορδοτόνου, το χαμένο αυτό τμήμα δεν θα έπρεπε να έφερε οπές, καθόσον η τελευταία σωζόμενη οπή απέχει από το πλησιέστερο άκρο κατά 3 εκ., κατά πολύ περισσότερο, δηλαδή, από την σταθερή απόσταση των 1,9 εκ. ανάμεσα στις οπές. Μπορούμε να αποφανθούμε, λοιπόν, με ασφάλεια ότι το όργανο διέθετε 26 χορδές ισοπαχείς, μέγιστης διατομής 0,8 χιλ., ασφαλώς εντέρινες.

 

 

Ο όρθιος πήχυς

Από τον όρθιο πήχυ της άρπας σώζεται ένα μεγάλο μέρος, μήκους 55 εκ. (εικ. 13, 27). Πρόκειται για ξύλινο στέλεχος ορθογώνιας διατομής, το άνω άκρο του οποίου συνδεόταν με το ηχείο με τον τρόπο που περιγράφηκε παραπάνω, δηλαδή δεχόταν τον τένοντα του συμπαγούς άνω τμήματος του ηχείου (εικ. 11). Στο κατεστραμμένο κάτω άκρο του (εικ. 28), θα συνδεόταν με τένοντα και υποδοχή, κατά πάσα πιθανότητα, με τον οριζόντιο ζυγό, ο οποίος, όπως ήδη ειπώθηκε, δεν σώθηκε. Δεν φαίνεται να έχει χαθεί πολύ υλικό από το κάτω άκρο του πήχυ, καθόσον τα σωζόμενα μήκη ηχείου (88 εκ.) και πήχυ (55 εκ.) και η μεταξύ τους γωνία των 50 μοιρών, δημιουργούν ορθογώνιο τρίγωνο στην ένωση πήχυ και ζυγού, πράγμα που συμφωνεί με την μορφή του οργάνου στην εικονογραφία. Καθ’ όλο το μήκος του πήχυ παρατηρείται κροσσοειδές μοτίβο από ανοιχτόχρωμες και σκουρόχρωμες παράλληλες ραβδώσεις, οι οποίες δίδουν την εντύπωση ότι ο πήχυς διέθετε ενός κάποιου είδους περιέλιξη, ίσως με κορδόνι (εικ. 29).

Ο πήχυς είναι το τμήμα του οργάνου που έρχεται σε επαφή με το σώμα του μουσικού και ίσως ήταν επιθυμητή η επένδυσή του, η οποία θα τον καθιστούσε λιγότερο ολισθηρό και, συγχρόνως, θα διακοσμούσε το όργανο. Σημειωτέον ότι και οι άλλες δύο πλευρές του τριγώνου διέθεταν κάλυψη, το ηχείο με δέρμα και ο ζυγός με τα κουρδιστήρια.

 

 

Ο ζυγός

Ασφαλώς, τον χαμένο ζυγό θα πρέπει να τον φανταστούμε ευθύγραμμο, όπως παρουσιάζεται στην εικονογραφία, ο οποίος ένωνε το κάτω άκρο του πήχυ με το κάτω άκρο του ηχείου και, συγχρόνως, διέθετε τα εικοσιέξι κλειδιά με τα οποία κουρδιζόταν το όργανο (πχ εικ. 4, 9). Η απώλειά του οφείλεται, ασφαλώς, στη μόνιμη επαφή του με το υγρό χώμα του τάφου, καθόσον, όπως ήδη ειπώθηκε, το όργανο τοποθετήθηκε όρθιο, να ακουμπά στο τοίχωμα του τάφου. Η αποσάρθρωσή του, πιστεύομε, προκάλεσε, εν τέλει, την κατάρρευση του όλου οργάνου στο έδαφος. Η μορφολογία της σωζόμενης κάτω απόληξης, πάντως, του ηχείου, με την απουσία υποδοχής για το ζυγό από τη μία πλευρά και τα χαρακτηριστικά ‘φτερά’ στα πλάγια (εικ. 17), οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο ζυγός απλώς ‘φώλιαζε’ μέσα σ’ αυτόν τον δημιουργούμενο ‘κόλπο’, με τα πλαϊνά πετάσματα να απαγορεύουν την κίνησή του αριστερά-δεξιά.

Η καθόλου ευκαταφρόνητη τάση των χορδών προς τά πάνω θα κρατούσε σφιχτά το ζυγό μέσα στο ηχείο. Ασφαλώς, στο σημείο αυτό της ένωσης του ζυγού με το ηχείο θα κατέληγε ο χορδοτόνος, ο οποίος θα εισχωρούσε λίγο στο ζυγό, προκειμένου να στερεωθεί το κάτω άκρο του. Η παραδοχή αυτή μας οδηγεί να συμπεράνομε ότι από τον χορδοτόνο λείπουν τα τελευταία 19,5 εκ, εφόσον τόσο επί πλέον μήκος χορδοτόνου απαιτείται για να καταλάβει όλο το μήκος του ηχείου, από το άνω στο κάτω του άκρο.[4]

 

Τα κουρδιστήρια θα μπορούσαν να ήταν ή απλά δερμάτινα δαχτυλίδια στα οποία πλέκονταν οι χορδές, ή συνδυασμός δαχτυλιδιών και μικρών ξύλινων εφαπτόμενων στο ζυγό δοκαριών, τα οποία στερεώνονταν με τις απολήξεις των χορδών πάνω του (βλ. παραπάνω εικ. 4, 9). Και οι δύο τρόποι μάς είναι γνωστοί κυρίως από την εικονογραφία της χέλυος. Μικρά οστέινα επιμήκη αντικείμενα με στενή οσφύ που έχουν έρθει στο φως τόσο στην Κάτω Ιταλία όσο και στο Γόρδιον της Μικράς Ασίας, έχουν χαρακτηριστεί κουρδιστήρια λύρας,[5] αυτό όμως δεν είναι βέβαιο, παρά τη φαινομενική μορφολογική ομοιότητα, καθόσον και στις δύο περιπτώσεις τα ‘κλειδιά’ ανά θέση δεν είναι περισσότερα από δύο· μία λύρα έχει περισσότερες χορδές. Προσφάτως, εκφράστηκε η άποψη ότι ίσως πρόκειται για κουμπιά ρούχου και όχι κουρδιστήρια λύρας.[6]

 

 

Η ανακατασκευή[7]

Το ηχείο κατασκευάστηκε από ξύλο καρυδιάς. Η κοιλότητα δημιουργήθηκε με τη βοήθεια σκαπτικών εργαλείων χειρός (εικ. 31-33). Ανοίχτηκαν εννέα από τη μία και οκτώ από την άλλη πλευρά του ηχείου εγκοπές κατά μήκος του χείλους σύμφωνα με τις μετρήσεις πάνω στο πρωτότυπο (εικ. 34). Στις εγκοπές στερεώθηκαν οι προ-κατασκευασμένοι δοκοί, επίσης από ξύλο καρυδιάς (εικ. 35). Για τον χορδοτόνο επελέγη σκληρότερο ξύλο, σφένδαμος,[8] προκειμένου να αντέξει στην αυξημένη τάση των χορδών (εικ. 36). Ανοίχτηκαν κατά μήκος του είκοσι έξι οπές διαμέτρου 0,8 χιλ. ανά 1,9 εκ., με την ψηλότερη οπή σε απόσταση 3,3 εκ. από το άνω άκρο του. Ο χορδοτόνος κολλήθηκε κάτω από τις δοκούς με την πλατειά του πλευρά και στερεώθηκε επί πλέον πάνω τους με κηρωμένο σπάγο δεμένο σφιχτά (εικ. 37).

 

Ο όρθιος πήχυς κατασκευάστηκε από ξύλο καρυδιάς, σύμφωνα με τις μετρήσεις και τους υπολογισμούς μας (εικ. 38). Στο άνω έσω άκρο του ανοίχτηκε η υποδοχή για τον τένοντα του ηχείου (εικ. 39) και στο κάτω άκρο δημιουργήθηκε τένοντας για τη σύνδεσή του με το ζυγό. Ο κυλινδρικός ζυγός γυρίστηκε στον τόρνο, ανοίχτηκε στο ένα του άκρο θήκη για τον τένοντα του πήχυ, ενώ το άλλο του άκρο μορφοποιήθηκε κατάλληλα, προκειμένου να ‘εναγκαλιστεί’ από το κάτω μέρος του ηχείου (εικ. 40).

 

Ακολούθησε η συναρμολόγηση των τριών μελών, ηχείου, πήχυ, ζυγού, και καρφώθηκε ο αρμός του ηχείου με τον πήχυ (εικ. 41). Μετά, απλώθηκε λίγη αραιωμένη ξυλόκολλα στις πλευρές του ηχείου και τεντώθηκε το κατσικίσιο δέρμα πάνω στο άνοιγμα του ηχείου, αφού προηγουμένως είχε βραχεί επί ημίωρο, προκειμένου να μαλακώσει και να αποκτήσει ελαστικότητα (εικ. 42-44). Τα άκρα του δέρματος κόπηκαν στο σημείο συνάντησής τους στην ‘καρίνα’ του ηχείου και πάνω στην τομή καρφώθηκε το προ-κατασκευασμένο ορειχάλκινο έλασμα, το οποίο και κάλυψε πλήρως τη ‘ραφή’ του δέρματος (εικ. 44α). Ο πήχυς περιελίχθηκε με κορδόνι (εικ. 44β).

 

Οι εντέρινες χορδές, διατομής 0,76 χιλ., περάστηκαν από τις οπές που ανοίχτηκαν στο δέρμα στα αριστερά και δεξιά των οπών του χορδοτόνου και δέθηκαν σφιχτά με κόμπο (εικ. 45). Η διαφάνεια του δέρματος επέτρεψε τον εντοπισμό των οπών του χορδοτόνου, ο οποίος βρισκόταν πλέον κρυμμένος κάτω από το δέρμα. Τα κάτω άκρα των χορδών τυλίχτηκαν στα προ-κατασκευασμένα κουρδιστήρια-μοχλούς από ξύλο καρυδιάς και δέθηκαν γύρω τους και γύρω από το ζυγό (εικ. 46).

 

Το ολοκληρωμένο όργανο έχει σχήμα ορθογώνιου τριγώνου με εξωτερικές διαστάσεις 84 (ηχείο) επί 55 (πήχυς) επί 66 (ζυγός) εκ., με την ορθή γωνία στον αρμό πήχυ-ζυγού, μία γωνία 50 μοιρών στον αρμό πήχυ-ηχείου και μία 40 μοιρών στον αρμό ηχείου-ζυγού (εικ. 47). Η μακρύτερη χορδή, η πλησιέστερη στο μουσικό και βαθύτερη σε ήχο, έχει μήκος 41 εκ. και η κοντύτερη, η πλέον απομεμακρυσμένη και οξύτερη στον ήχο, έχει μήκος 10,2 εκ. Η απόσταση ανάμεσα στις χορδές, 1,5 εκ., επιτρέπει στα δάχτυλα να βρίσκονται κοντά στις χορδές, ενώ, παράλληλα, υπάρχει αρκετός χώρος στο ζυγό για τα κουρδιστήρια.[9]

 

Περιστρέφοντας τους κόλλοπες οι χορδές τεντώθηκαν στην επιθυμητή τάση, προκειμένου να δημιουργηθεί η κλίμακα του οργάνου (accordatura). Το όργανο κουρδίστηκε σε είκοσι πέντε – 26 οι χορδές – διαδοχικά ημιτόνια στην τονική έκταση sol3 → sol♯5, καλύπτοντας δηλαδή δύο οκτάβες και έναν τόνο:

 

sol3 … 12 ημιτόνια … sol4 … 12 ημιτόνια … sol5 … 1 ημ … sol♯5

 

Βιβλιογραφία

Μιχαηλίδης, Σόλων (1982) «Τρίγωνον», «Πηκτίς», «Σαμβύκη», «Μάγαδις», sv στοΕγκυκλοπαίδειατηςαρχαίαςελληνικήςμουσικής. Αθήνα: ΜορφωτικόΊδρυμαΕθνικήςΤραπέζης.

Φακαρέλλης, Γιώργος (2010) «Οργανικάυλικάφυτικήςπροέλευσης (ξύλο, δέρμα, χαρτί)», στοΛυριτζής, Ιωάννης & ΝικόλαοςΖαχαριάς (επιμ.), Αρχαιοϋλικά. Αρχαιολογικές, αρχαιομετρικές και πολιτισμικές προσεγγίσεις. Σελ. 611-642. Αθήνα: Παπαζήσης.

Bellia, Angela (2012) Strumenti musicali e oggetti sonori nell´Italia meridionale e in Sicilia (VI-III sec. a.C). Funzioni rituali e contesti. (Aglaia, 4). Lucca: LIM.

Bundrick, Sheramy (2005) MusicandimageinClassical Athens. Cambridge: Cambridge University Press.

Griffiths, A. & J. Rimmer (1980) “Harp. 1. Arched and angular harps”, sv στο The new Grove dictionary of music and musicians. London: Macmillan.

Herbig, R. (1929) “Griechische Harfen”, Mitteillungen des Deutchen Archäologischen Instituts (Athenische Abteilung) 54:164-193.

Holzman, Samuel (2014) The Gordion lyres. MA thesis, University of Pennsylvania.

Landels, JohnGrey (1999) “Harps”, στο Music in ancient Greece and Rome. Σελ. 73-77. London: Routledge.

Landels, John Grey (1966) “Ship-shape ans sambuca fashion”, Journal of Hellenic Studies 86:69-77.

Lawergren, Bo (2008) “Angular harps through the ages. A causal history”, στο Both, Arnd Adje & Ricardo Eichmann & Ellen Hickmann & Lars-Christian Koch (επιμ.), Studien zur Musikarchäologie VI. Challenges and objectives in music archaeology. Papers from the 5th Symposium of the International Study Group on Music Archaeology at the Ethnological Museum, State Museums Berlin, 19-23 September 2006. (Orient-Archäologie, 22). Σελ. 261-282. Rahden, Westf.: MarieLeidorf GmbH.

Lawergren, Bo (2001) “Harp. II. Ancient harps”, sv στο Stanley Sadie & John Tyrrell (επιμ.), The new Grove dictionary of music and musicians. 2η έκδοση. Oxford et al.: OxfordUniversity Press.

Lawergren, Bo (2000) “The beginning and end of angular harps”, στο Hickmann, Ellen & Ricardo Eichmann (επιμ.), Studien zur Musikrachäologie I.Stringed instruments in archaeological context. Papers from the 8th Symposium of the Study Group on Music Archaeology (ICTM), Limassol, 26-30 August, 1996 and other contributions. (Orient-Archäologie, 6). Σελ. 53-64. Rahden, Westf.: Marie Leidorf GmbH.

Lawergren, Bo (1998) “Harps, ancient”, sv στο Stanley Sadie (επιμ.), The new Grove dictionary of music and musicians. 2η έκδοση. London: Macmillan.

Lepore, Lucia (2010) “Gli strumenti musicali locresi tra iconografia e realia”, στο Lepore, Lucia & Paola Turi (επιμ.), Caulonia tra Crotone e Locri. Atti del Convegno Internazionale, Firenze, 30 maggio-1giugno 2007. II. Σελ. 423-457. Firenze: Firenze University Press.

Maas, Martha & Jane McIntosh Snyder (1989) “Harps” στο Stringed instruments of ancient Greece. Σελ. 147-164. New Haven & London: Yale University Press.

Mathiesen, Thomas J. (1999) “Trigonon and sambuke”, στο Apollo’s lyre. Greek music and music theory in Antiquity and the Middle Ages. Σελ. 275-280. Lincoln & London: University of Nebraska Press.

Paquette, Daniel (1984) “Harpe”, στο L’instrument de musique dans la céramique de la Grèce antique. Études d’organologie. (Unversité de Lyon II, Publications de la Bibliothèque Salomon Reinach, 4). Σελ. 189-201. Paris: De Boccard.

Singer, C.J. & E.J. Holmyard & A.R. Hill & T.I. Williams (επιμ.) (1956) A History of Technology. II. The Mediterranean Civilizations in the Middle Ages (c. 700 BC to AD 1500). Έκδοση αναθεωρημένη. Oxford: Clarendon Press.

Terzēs, Chrēstos (2013) “The Daphne harp”, Greek and Roman Musical Studies 1:123-149.

Waltham, C. (2010) “Harp”, στο Rossing (επιμ.), The science of string instruments. Σελ. 144-166. New York: Springer.

Wegner, Max (1949) Das Musikleben der Griechen. Berlin: Gruyter.

West, Martin L. (1992) “Harps”, στο Ancient Greek music. Σελ. 70-78. Oxford: Clarendon Press.

 


 

 

[1]Terzēs 2013:124. Για τους αρχαιοελληνικούς τύπους άρπας, συμπεριλαμβανομένου και του τριγώνου, βλ. Μιχαηλίδης 1982, Herbig 1929, Landels 1996, 1999, Maas & McIntosh Snyder 1989, Paquette 1984, West 1992.

[2]Για τις αρχαίες μεσανατολικές άρπες βλ. Lawergren 1998, 2000, 2001, 2008.

[3]Θα θέλαμε να ευχαριστήσομε θερμά τον Αναπληρωτή Διευθυντή του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, Δρ. Γεώργιο Κακαβά, για την παροχή του ψηφιακού μικροσκοπίου, καθώς και τον χειριστή του, κ. Παντελή Φελέρη, συντηρητή του ίδιου μουσείου.

[4]Εάν στα σωζόμενα 54 εκ. του χορδοτόνου προστεθούν άλλα 19,5 εκ., το σύνολο γίνεται 73,5 εκ. Τόση υπολογίζεται η απαραίτητη εσωτερική διαδρομή που πρέπει να καλύψει ο χορδοτόνος, προκειμένου να ακουμπήσει στα δύο εσωτερικά άκρα του ηχείου.

[5]Λοκροί Επιζευφύριοι, Τάφος 754· Lepore 2010:435, 455· Bellia 2012:74. Γόρδιον YH52874 και YH30989· Holzman 2014.

[6]Holzman 2014: Appendix 3: “Bone toggles or tuning pegs?”.

[7]Θα επιθυμούσαμε να ευχαριστήσομε θερμά τους ανθρώπους που μας συμβούλευσαν σε τεχνικά θέματα ή μας βοήθησαν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στην κατασκευή του οργάνου: τον κ. Δημήτρη Ραγκούση, επιπλοποιό, για τη κοπή των ξύλων στην κορδέλλα· την κ. Κλειώ Ξηρού, οργανοποιό, για το δέρμα και τις τεχνικές τανισμού και ραφής του· τον κ. Διονύση Μάνεση για τα μαθήματα τορευτικής· τον κ. Κώστα Γκουρβέλο, για την ενημέρωση σχετικά με την αγορά τόρνου.

[8]Κοινώς, ‘κελεμπέκι’.

[9]Το πάχος του δέρματος (0,5 χιλ.), το μέγεθος του κόμπου των χορδών στο χορδοτόνο (1 χιλ.) και η πραγματική επαφή των χορδών με το ζυγό (8 χιλ. χαμηλώτερα), μείωσαν τα υπολογισμένα μήκη των χορδών κατά 1 εκ.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: