Κέντρο Αρχαιομουσικολογίας

Η χέλυς της Δάφνης – Μελέτη και ανακατασκευή


Εισαγωγικά

 Στο Φάκελλο της ανασκαφής των Τάφων Ι και ΙΙ της Δάφνης (Αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου) υπάρχουν αφενός μεν το Σχέδιο του Τάφου ΙΙ (χωρίς κλίμακα) με τον σκελετό του νεκρού και τα ευρήματα στις θέσεις τους γύρω απ’ αυτόν (εικ. 1) – το οποίο είτε δημιουργήθηκε επί τόπου είτε από φωτογραφία είτε από μνήμης – με αριθμημένα τα ευρήματα από το 1 έως το 38, αφετέρου δε ονομαστικός Κατάλογος των ευρημάτων (εικ. 2), κατανεμημένων σε 10 ομάδες, ανάλογα με το υλικό κατασκευής τους (πχ ξύλα, χαλκός, ελεφαντοστούν, ξύλο & δέρμα κλπ).

Στην ομάδα «Κομμάτια από καύκαλο χελώνας» καταγράφονται τα ευρήματα 26, 28, 31, 33. Το Νο 28 του Καταλόγου αντιστοιχεί στο Σχέδιο σε περιοχή στα δεξιά των μηρών του νεκρού, μέσα στην οποία βρέθηκαν τμήματα κελύφους χερσαίας χελώνας. Το Νο 26 δεν απαντά στο Σχέδιο. Το Νο 31 αντιστοιχεί στο Σχέδιο σε ένα μόνον εύρημα, προφανώς τμήμα κελύφους κατά πάσαν πιθανότητα – λόγω γειτνίασης –, συνανήκον με τα τμήματα κελύφους Νο 28. Το Νο 33 αποδίδεται, όπως φαίνεται τόσο από το Σχέδιο όσο και από τον Κατάλογο, σε περιοχή στα αριστερά των μηρών του νεκρού, στην άλλη δηλαδή πλευρά του τάφου από την περιοχή 28. Στην εν λόγω περιοχή στο Σχέδιο παρουσιάζονται έξι τμήματα κελύφους. Το γεγονός ότι υπό το Νο 33 εμφανίζονται επί πλέον τρία σιδερένια αντικείμενα (33Α, 33Β, 33Γ) και μιά ομάδα ελεφαντοστέινων τμημάτων (33Δ), υποστηρίζει την άποψή μας, ότι το Νο 33 αναφέρεται σε περιοχή μέσα στην οποία βρέθηκαν τα εν λόγω αντικείμενα (τμήματα κελύφους, σιδερένια, ελεφαντοστέινα), και τα οποία ο ανασκαφέας συσχέτισε μεταξύ τους ως συνανήκοντα.[1]

Τα τμήματα κελύφους, καθώς και όλο το υλικό της ανασκαφής, συντηρήθηκε αρχικώς στα εργαστήρια του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Όταν έγινε η μεταφορά των ευρημάτων στο Μουσείο του Πειραιά (1.2.1996),[2] τα τμήματα κελύφους έφτασαν σε δύο μορφές: το μεγαλύτερο μέρος ώς ένα σύνολο από 36 τμήματα μέσα σε ισάριθμα γύψινα δισκάρια,[3] το δε υπόλοιπο ως μεμονωμένα τμήματα (εικ. 3). Στα εργαστήρια συντήρησης του Πειραιά, τα 36 τμήματα συγκολλήθηκαν μεταξύ τους, το δε ελλείπον υλικό συμπληρώθηκε με κρυσταλλικό κερί.[4] Το κέλυφος το οποίο προέκυψε από την συναρμογή των 36 τμημάτων εκτίθεται σήμερα σε προθήκη του Μουσείου Πειραιώς (εικ. 4α-ζ).

Τα μεμονωμένα τμήματα κελύφους φυλάσσονται στην Αποθήκη του Μουσείου (εικ. 5α-β).

Προφανώς, θεωρήθηκε, ήδη από την εποχή της συντήρησής τους στο Εθνικό Μουσείο, ότι τα τμήματα αυτά δεν ανήκαν στο σύνολο των 36 τμημάτων ή ότι η κακή διατήρησή τους δεν επέτρεπε την ταύτισή τους με συγκεκριμένες πλάκες ενός χελύου. Δυστυχώς, δεν γνωρίζομε από ποια περιοχή του τάφου προέρχονται τα 36 τμήματα· από την περιοχή 28 στα δεξιά ή την περιοχή 33 στα αριστερά; Αν και το περίγραμμα της περιοχής 28 έχει την μορφή κελύφους χελώνας, και θα ήταν λογικό να συμπεράνομε ότι στο σημείο αυτό βρέθηκαν τα 36 τμήματα, τα οποία εξ αρχής θεωρήθηκε ότι συνανήκουν, η εξέταση του ανασυσταμένου κελύφους έδειξε ότι ορισμένες πλάκες εμφανίζονται δύο φορές, πράγμα που καθιστά την αποκατάσταση λανθασμένη: το σημερινό κέλυφος περιέχει, αναμφίβολα, πλάκες από δύο κελύφη (εικ. 6).[5]

Η μόνη λογική εξήγηση είναι ότι τα τμήματα της περιοχής 28 αναμείχθησαν (εν μέρει;) με εκείνα της περιοχής 33. Αν και μόνον έξι τμήματα (πλάκες;) εμφανίζονται στο Σχέδιο (εικ. 1) στην περιοχή 33, τα μεμονωμένα τμήματα, που δεν χρησιμοποιήθηκαν στην αποκατάσταση, είναι περισσότερα από έξι (εικ. 5β).

Πάντως, δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι, ακόμη και με τις ‘εμβόλιμες’, διπλές, πλάκες το κέλυφος αποτελούσε ηχείο λύρας του τύπου της χέλυος: οι οπές στις περιφερικές πλάκες, οι θέσεις τους και η διάμετρός τους, κυρίως, και κατά δεύτερο λόγο ορισμένες μικρότερες οπές στο θόλο του κελύφους, συνεπικουρούν την ταύτιση αυτή. Επί πλέον, το γεγονός ότι στον τάφο βρέθηκαν ακόμη δύο μουσικά όργανα (αυλός και άρπα), ενισχύει την άποψη ότι το κέλυφος ανήκε σε λύρα.[6] Κελύφη με παρόμοιες περιφερικές οπές, αναμφισβήτητα ηχεία λύρας λόγω της εύρεσης και χορδοτόνου, έχουν βρεθεί τέσσερα τον αριθμό σε ανασκαφές τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κάτω Ιταλία.[7] Η άνω περιοχή του κελύφους της Δάφνης,[8] λόγω της συγκόλλησης ξένων προς το όστρακο πλακών (πχ πλάκες C, D),[9] παρουσιάζει παραμόρφωση, όπως φαίνεται, άλλωστε, και από τη σύγκριση του ανασυγκροτημένου κελύφους τόσο με το όστρακο-λύρα της Αμβρακίας (εικ. 6), όσο και με ένα σύγχρονο με μας όστρακο ελληνικής χερσαίας χελώνας του τύπου TestudoMarginata (εικ. 7).[10]

Τα αξιοποιήσιμα στοιχεία, ως εκ τούτου, του κελύφους της Δάφνης είναι: 1) οι περιφερικές οπές (εικ. 4γ-δ), και 2) οι μικρές οπές στο θόλο, πάνω στον διαμήκη άξονα ή στο πλάι του, αντίστοιχες των οποίων εμφανίζονται και σε άλλα κελύφη-λύρες (εικ. 4ε). Δυστυχώς, η κεφαλική περιοχή του οστράκου, εκεί όπου στερεώνεται ο σιδερένιος χορδοτόνος, έχει υποστεί σημαντική φθορά: απουσιάζουν οι πλάκες που δέχονταν τον χορδοτόνο (εικ. 4ζ). Για τον εντοπισμό των μικρών οπών στο όστρακο ενδείκνυται η εξέταση των μερών πριν την συγκόλληση (εικ. 3), καθόσον, με την προσθήκη κεριού κατά την ανασυγκρότηση, ενδέχεται να έχουν καλυφθεί. Διακρίνονται δύο μικρές οπές χαμηλά, πάνω στον διαμήκη άξονα, με διάμετρο 1,2 χιλ. Μία τρίτη οπή, διαμέτρου 4 χιλ., εντοπίζεται στα δεξιά του άξονα, σε απόσταση 6,9 ἑκ. ἀπ’ αυτόν. Στην αντίστοιχη θέση, αριστερά, υπάρχει κερί, οπότε δεν είναι δυνατόν να γνωρίζομε εάν υπήρχε στο αντίστοιχο σημείο του κελύφους παρόμοια οπή. Η πιθανότητα, πάντως, να υπήρχε είναι μεγάλη, καθόσον τέτοιου είδους οπές στα σωζόμενα κελύφη-ηχεία, όπως θα δειχθεί παρακάτω, εμφανίζονται σε ζεύγη.


Οι εσωτερικές[11] οπές στα σωζόμενα κελύφη

Όπως ήδη ελέχθη, εκτός από τις περιφερικές οπές, εμφανίζονται στα σωζόμενα κελύφη και οπές στο θὀλο τους. Σε όσα υπάρχουν, ο αριθμός τους δεν είναι ό ίδιος αλλά ούτε και η θέση τους. Αυτό, εκ πρώτης όψεως, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε ένα εννιαίο σχέδιο κατασκευής του οργάνου, πράγμα αναμενόμενο σε μια κοινωνία που δεν την χαρακτήριζε η μαζική παραγωγή. Αυτό που είναι κοινό σε όλα τα κελύφη είναι οι οπές του χορδοτόνου, στο κάτω, κεφαλικό, μέρος του ηχείου. Αυτό είναι απολύτως κατανοητό, καθόσον λύρα δεν νοείται χωρίς χορδοτόνο. Το δεύτερο στοιχείο που είναι σχεδόν καθολικό, είναι η παρουσία ζεύγους οπών συμμετρικών ως προς των διαμήκη άξονα του οστράκου, σε θέση λίγο ψηλώτερα από τις οπές του χορδοτόνου, με προορισμό, απ’ ό,τι φαίνεται, να δέχεται τα κάτω άκρα των πήχεων. Όστρακα με ευδιάκριτα και τα δύο ζεύγη οπών, χορδοτόνου και πήχεων, είναι τα: Αμβρακία Ι (εικ. 8), Αμβρακία ΙΙ (εικ. 9), Έφεσος (εικ. 14), Lecce I (εικ. 16), Αθήνα-Αχαρνική Πύλη (εικ. 11), Βάσσαι (εικ. 13).

Ο αριθμός και η θέση των υπόλοιπων εσωτερικών οπών ποικίλουν. Στην απλούστερη περίπτωση, υπάρχει μία μοναδική οπή στην κορυφή του θόλου (Έφεσος, Λοκροί ΙΙ).[12] Το επόμενο σχήμα είναι ένα νοητό τρίγωνο τριών οπών, μία ψηλά και δύο πλευρικές χαμηλώτερα (Βάσσαι). Μπορεί να εμφανιστεί και τέταρτη οπή, δημιουργώντας νοητό ρόμβο με τις άλλες τρεις (Άργος Ι). Υπάρχουν και δύο πιο σύνθετα σχήματα: ένα νοητό ανεστραμμένο Υ σχηματιζόμενο από έξι οπές συμμετρικά τοποθετημένες ως προς τον διαμήκη άξονα (Λοκροί Ι) και σειρά από οπές πάνω ακριβώς στον άξονα, ζεύγη άνω-κάτω και δεξιά-αριστερά εναλλάξ, έντεκα, τουλάχιστον, τον αριθμό (Μεταπόντιον). Είναι προφανές, λοιπόν, από το στατιστικό δείγμα λυρών που διαθέτομε, ότι δεν υπήρχε μία, εννιαία, αντιμετώπιση της στερέωσης των πήχεων στο κέλυφος-ηχείο. Σε γενικές γραμμές, πάντως, θα έλεγε κανείς ότι οι οπές στήριξης των πήχεων ανοίγονταν είτε πάνω στον διαμήκη άξονα του οστράκου, είτε σε συμμετρικά προς τον άξονα σημεία.

Στο κέλυφος της Δάφνης, η μόνη κεντρική οπή, η οποία, λόγω μεγέθους, θα μπορούσε να είχε ανοιχτεί προς το σκοπό, είναι η καθαρά διακρινόμενη στρογγυλή οπή στα όρια των πλακών 6 και 7 στο δεξιό πλευρό του κελύφους (εικ. 3, 6). Ασφαλώς, στην αντιδιαμετρική θέση, θα βρισκόταν το ταίρι της, στο σημείο που σήμερα καλύπτεται από κερί. Έχει διάμετρο της τάξεως των 4 χιλ., είναι δηλαδή λίγο μικρότερη από τις περιφερικές οπές. Το ζεύγος αυτών των οπών (τη σωζόμενη και την εικαζόμενη αντίστοιχή της στην αριστερή πλευρά του οστράκου) ερμηνεύομε ως οπές που ανοίχτηκαν από το λυροποιό για τη στήριξη των πήχεων στο ηχείο, ενώ δεν λαμβάνομε υπ’ όψιν την οπή στο άνω κέντρο του οστράκου, με το σκεπτικό ότι οι εν λόγω πλάκες πιθανότατα προέρχονται από το δεύτερο κέλυφος που βρέθηκε στον Τάφο ΙΙ. Επί πλέον, η οπή αυτή δεν είναι στρογγυλή και υπάρχει η υποψία ότι πρόκειται, μάλλον, για φθορά του οστού στο σημείο αυτό. Συνεπώς, αξιοποιήσιμη θεωρούμε μόνον την οπή στο χαμηλό δεξιό μέρος του οστράκου και ανοίγομε στο κέλυφος της ανακατασκευής – πλήν του ζεύγους του χορδοτόνου και του ζεύγους των πήχεων – τρίτο ζεύγος οπών, για τη στήριξη των πήχεων στο ηχείο. Τις δύο μικρότερες οπές πάνω στον διαμήκη άξονα χαμηλά, που αναφέρθηκαν παραπάνω, δεν αξιολογούμε, λόγω της πολύ μικρής διαμέτρου τους (1,2 χιλ.), παρ’ όλο που η θέση τους πάνω στον άξονα δεν τις αποκλείει παντελώς από τη συμμετοχή τους στο σύστημα στερέωσης των πήχεων. Ακόμη, όμως, και αν είχαν ανοιχτεί προς το σκοπό, εκτιμούμε ότι η απουσία τους από την ανακατασκευή μας δεν αποτελεί σημαντική δομική ή ακουστική τροποποίηση του οργάνου.

Η ανακατασκευή

Με βάση την εξαιρετική απεικόνιση του οργάνου στην κύλικα των Δελφών (εικ. 24) και το μέγεθος του οστράκου που χρησιμοποιήθηκε (29,5x18x12 εκ.), δημιουργήθηκε σχέδιο, στο οποίο αποτυπώθηκαν τα μεγέθη των μερών του οργάνου, όπως αυτά υπολογίστηκαν με την αναλογική μέθοδο (εικ. 33-37).

Χρησιμοποιήθηκε κέλυφος του ίδιου τύπου με εκείνου της Δάφνης, TestudoMarginata.[13] Δεν αφαιρέθηκαν οι κεράτινες πλάκες, καθόσον από την εικονογραφία δεν φαίνεται κάτι τέτοιο να συνέβαινε (πχ εικ. 24, 31, 30), παρά το γεγονός ότι τα κελύφη-ηχεία λυρών που έχουν μέχρι στιγμής έρθει στο φως δεν τις διαθέτουν (πχ εικ. 8, 10α-β, 11, 15)· ασφαλώς, θα αποσυντέθηκαν στο έδαφος, όπως γίνεται και με τα σύγχρονα κελύφη νεκρών χελωνών, τα οποία βρίσκομε στα βουνά αποστερημένα από το κεράτινο περίβλημά τους. Άλλωστε, οι κεράτινες φολίδες προσθέτουν σημαντικά στην αισθητική του αντικειμένου, και θα ήταν περίεργο να τις αφαιρούσαν στην αρχαιότητα, από τη στιγμή μάλιστα που η παρουσία τους δεν επηρεάζει την ακουστική συμπεριφορά του οργάνου.[14]

Αφαιρέθηκε με πριόνι το επίπεδο στηθαίο του οστράκου μέχρι τις παρειφές των πλάγιων πλακών (εικ. 38). Ακολούθως, ανοίχτηκαν με τρυπάνι το ζεύγος οπών του χορδοτόνου (διάμ. 4,2 χιλ.) και το ζεύγος οπών των πήχεων (διάμ. 9 χιλ.) στις αναμενόμενες θέσεις (εικ. 39α-β).[15] Άλλο ένα ζεύγος οπών (διάμ. 4 χιλ.), για τη σύνδεση των πήχεων με το κέλυφος, ανοίχθηκε στα πλάγια, εκατέρωθεν του διαμήκους άξονα του οστράκου (εικ. 39β).Οι τελευταίες αυτές οπές δεν έγιναν διαμπερείς, όπως στο αρχαίο όστρακο, αλλά ανοίχθηκαν σε βάθος 2 χιλ., καθόσον θεωρήθηκε ότι το σύστημα στήριξης που προτείνομε, με λεπτούς ξύλινους κυλινδρικούς δοκούς (βλ. παρακάτω), δεν απαιτεί διαμπερείς οπές. Στο σημείο αυτό το κέλυφος είναι λεπτό, και, ενδέχεται, οι οπές να μην ήσαν εξ αρχής διαμπερείς, αλλά να εφθάρησαν προϊόντος του χρόνου. Ο χορδοτόνος κατασκευάστηκε από τμήμα σιδερένιου κυλίνδρου διαμέτρου 4 χιλ (εικ. 40).

Οι άκρες του κάμφθηκαν, έτσι ώστε να δημιουργηθεί το συμμετρικό σχήμα του Π, πολύ γνωστό από τα σχετικά ευρήματα (πχ εικ. 17α-β, 18, 20α-β, 21α-β, 22) και την εικονογραφία (πχ. εικ. 28, 25, 29), και τοποθετήθηκε στη θέση του, στο προετοιμασμένο ζεύγος οπών.

Οι πήχεις έγιναν από ξύλο σφενδάμου.[16] Δοκοί ορθογώνιας διατομής κατάλληλων διαστάσεων κόπηκαν αρχικά σε κορδέλλα και κατόπιν με εργαλεία ξυλογλυπτικής τούς δόθηκε το επιθυμητό τελικό σχήμα (βλ. παραπάνω, εικ. 38). Ως οδηγός για το σχήμα και τις διαστάσεις των πήχεων και την αναλογία τους προς το μέγεθος του κελύφους, ελήφθη η εξαιρετική αναπαράσταση της χέλυος σε αθηναϊκής κατασκευής κύλικα (480-70 πΧ) που βρέθηκε στους Δελφούς (βλ. παραπάνω, εικ. 24). Οι κάτω απολήξεις των πήχεων προσαρμόστηκαν έτσι ώστε να μπορούν να στερεωθούν στις οπές-υποδοχείς τους στο κέλυφος (εικ. 41). Μικρές, κυλινδρικές δοκοί, μήκους 11 εκ., με τένοντες στα άκρα, εμπήγησαν στους πήχεις αφενός και στις μικρές πλάγιες οπές αφετέρου, προκειμένου να επιτευχθεί περαιτέρω στερέωση των πήχεων στο κέλυφος (εικ. 42). Οι μικρές δοκοί (ίσως οι δόνακες υπολύριοι των αρχαίων κειμένων)[17] τοποθετήθηκαν σε σχέση χιαστί μεταξύ τους, έτσι ώστε ο αριστερός πήχυς να συνδέεται με την δεξιά οπή και ο δεξιός πήχυς με την αριστερή. Οι πήχεις συνδέθηκαν μεταξύ τους χαμηλά με παρόμοια ξύλινη δοκό εμπηγμένη σ’ αυτούς στα άκρα της (εικ. 41). Η όλη σύνδεση αποδείχθηκε ιδιαιτέρως σταθερή.

Οι πήχεις λεπτύνθηκαν στο άνω άκρο τους εμπρός και πίσω σε ορθογώνια διατομή μήκους 13,5 εκ. (εικ. 43), σύμφωνα με τη μαρτυρία του αρμού των πήχεων της λύρας της Συλλογής Έλγιν (εικ. 23α-β), αλλά και της εικονογραφίας (πχ εικ. 25, 26, 27), και περάστηκαν μέσα από τις επίσης ορθογώνιες οπές του ζυγού (εικ. 44α), μέχρι που ο ζυγός ισορρόπησε στα ‘σκαλοπάτια’ που λαξεύθηκαν στους πήχεις για το σκοπό αυτόν (εικ. 45).

Για το ζυγό επελέγη σφένδαμος, ενώ για το σχήμα και τις οπές του βασιστήκαμε, και πάλι, στον σωζόμενο ζυγό της λύρας της Συλλογής Έλγιν. Κατασκευάστηκε στον τόρνο (εικ. 44β). Με την τοποθέτηση και του ζυγού στη θέση του, ολοκληρώθηκε ο βασικός σκελετός του οργάνου, ένα πλαίσιο, ουσιαστικά, οριοθετημένο στα πλάγια από τους πήχεις, επάνω από το ζυγό και κάτω από το κέλυφος. Λαξεύθηκαν στον τόρνο οκτώ ξύλινα κουρδιστήρια (κόλλοπες) από ξύλο σφενδάμου (εικ. 46), προκειμένου να στερεωθούν με τις άνω απολήξεις των χορδών σε τακτά διαστήματα κατά μήκος του ζυγού. Τα ξύλινα μέλη του οργάνου βάφτηκαν με υδατοδυαλυτό χρώμα σε πρώτο χέρι και λούστρο ματ σε δεύτερο, τόσο για την καλή τους συντήρηση, όσο και για αισθητικούς λόγους (εικ. 47).

Το κέλυφος καλύφθηκε από το υγρό, προετοιμασμένο κατσικίσιο δέρμα, κομμένο στις κατάλληλες διαστάσεις, ώστε μετά την εφαρμογή του να δημιουργείται στην κυρτή επιφάνεια του ηχείου μία ισοπλατής φάσα 4,5 εκ., σύμφωνα με την εικονογραφία (πχ εικ. 24, 30, 31, 32). Τεντώθηκε με κορδόνι που περάστηκε μέσα από ολόκληρη την αναδιπλωμένη περίμετρο του δέρματος στην άκρη της φάσας, το οποίο δέθηκε σφιχτά (εικ. 48-50). Το δέρμα, πριν εφαρμοστεί στο κέλυφος, είχε παραμείνει στο νερό επί 30 λεπτά της ώρας, προκειμένου να μαλακώσει και να αποκτήσει ελαστικότητα.

Οκτώ εντέρινες χορδές, διατομής από 0,64 έως 0,88 χιλ., προσδέθηκαν με τη μία άκρη τους στο χορδοτόνο, ενώ με την άλλη άκρη τους τυλίχτηκαν χιαστί γύρω από το σώμα των κουρδιστηριών και του ζυγού, έτσι όπως οδηγηθήκαμε να κάνομε από τη σχετική εικονογραφία.[18] Οι χορδές τεντώθηκαν με περιστροφή των εφαπτόμενων στο ζυγό κουρδιστηριών.[19] Λίγο ψηλότερα από τον χορδοτόνο και κάτω από τις χορδές τοποθετήθηκε η γέφυρα (μαγάς), μέσω της οποίας μεταφέρονται οι δονήσεις των χορδών στο δέρμα και το κέλυφος. Κατασκευάστηκε από σφένδαμο σε σχήμα ορθογώνιας σανίδας (εικ. 51), όπως περιγράφεται στη γραμματεία και εμφανίζεται στην εικονογραφία.[20] Στην άνω ακμή της ανοίχθηκαν οκτώ εγκοπές για τη στερέωση των οκτώ χορδών, σύμφωνα με την πάγια τακτική των (νυκτών και τοξοτών) εγχόρδων. Τέλος, εξαρτήθηκε με κορδόνι από τη βάση του εξωτερικού πήχυ το πλήκτρο (εικ. 52), μήκους 20 εκ., το οποίο κατασκευάστηκε επίσης από σφένδαμο και ντύθηκε με κορδέλες. Το μέγεθος, ο τρόπος εξάρτησης από το όργανο και χρήση του πλήκτρου γίνονται απολύτως κατανοητά από τις πολλές απεικονίσεις του (πχ βλ. παραπάνω, εικ. 26, 29, 31). Στο ίδιο σημείο του πήχυ προσδέθηκε η υφασμάτινη ταινία (τελαμών) για την εξάρτηση του οργάνου από τον καρπό του αριστερού χεριού (εικ. 52), έτσι όπως εμφανίζεται σε όλες σχεδόν τις γραφικές παραστάσεις του οργάνου (πχ. εικ. 24, 31).

Καθόσον οι λύρες, γενικώς, είναι όργανα ‘ανοιχτών χορδών’, παράγουν δηλαδή έναν μόνον φθόγγο ανά χορδή, πρέπει να κουρδίζονται εκ νέου, κάθε φορά που αλλάζει η κλίμακα του μέλους (αρμονία). Η πλησιέστερη στο σώμα του λυριστή χορδή κουρδιζόταν στον χαμηλότερο φθόγγο της κλίμακας.[21] Πιστεύομε ότι το κούρδισμα της λύρας γινόταν προς την ίδια κατεύθυνση του τονικού συνεχούς και όχι με εναλλασσόμενα πηδήματα προς τα πάνω η προς τα κάτω.[22] Παραδείγματος χάριν, για να εκτελεστεί στην ανακατασκευασμένη λύρα ο σωζόμενος Ύμνος εις Ήλιον του Μεσομήδους (2ος μΧ αιώνας), οι χορδές πρέπει να τεντωθούν έτσι ώστε να δημιουργηθεί η ανιούσα κλίμακα: re-mi-fa-sol-la-si-do(-re΄).[23] Στην ίδια ακριβώς κλίμακα, χωρίς αλλαγή στο κούρδισμα, εκτελείται και ο Ύμνος εις Νέμεσιν του ίδιου συνθέτη, καθώς και το ‘Επιτάφιον’ του Σεικίλου (2ος μΧ αιώνας). Και στις τρεις περιπτώσεις η κλίμακα (αρμονία, accordatura) είναι της διατονικής μορφής: .τ.η.τ.τ.τ.η.τ.[24] Προκειμένου, όμως, να εκτελεστεί στη λύρα ο ‘Ύμνος στην Αγία Τριάδα’, το όργανο πρέπει να κουρδιστεί με διαφορετικό τρόπο. Η κλίμακα του μέλους είνα η fa-sol-la-si-do-re-mi-fa΄, ή, εκπεφρασμένη σε διαστήματα, η .τ.τ.τ.η.τ.τ.η. Συνεπώς, για να γίνει δυνατή η εκτέλεση του μέλους, η προηγούμενη accordatura της λύρας πρέπει να τροποποιηθεί, ανεβάζοντας κατά ένα ημιτόνιο τις βαθμίδες-χορδές 3, 4 και 7. Οι υπόλοιπες βαθμίδες-χορδές (1, 2, 5, 6, 8) δεν χρειάζεται να αλλάξουν ύψος. Για να είναι, βέβαια, σε θέση μια λύρα να συνοδεύσει τη φωνή, θα πρέπει η τονική έκταση του οργάνου να αντιστοιχεί στην άνετη περιοχή της φωνής, ούτε ψηλότερα ούτε χαμηλότερα από τις δυνατότητες της φωνής.

Το ανωτέρω παράδειγμα καταδεικνύει πώς μια ανακατασκευασμένη χέλυς θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στη σύγχρονη σχολική διδασκαλία της μουσικής στα σχολεία της δημοτικής και μέσης εκπαίδευσης, προκειμένου οι μαθητές με άμεσο, βιωματικό, τρόπο να κατανοήσουν όλες τις βασικές αρχαιοελληνικές μουσικές έννοιες: τάσις, άνεσις, επίτασις, φθόγγος, διάστημα, αρμονία (κλίμακα μέλους), τετράχορδον, γένος τετραχόρδου (διατονικόν, χρωματικόν, εναρμόνιον), χρόα γένους, μικτόν τετράχορδον, σύζευξις και διάζευξις τετραχόρδων, σύστημα (έλασσον, μείζον, αμετάβολον), τόνος ή τρόπος συστηματικός, αλλά και σύγχρονες μουσικές έννοιες, όπως τονικό κέντρο, τρόπος μελωδίας, συγχορδία, τονικό επίπεδο. Τέλος, λόγω της εύκολης τεχνικής του οργάνου, ο μαθητής μπορεί μέσα σε ελάχιστο χρόνο όχι μόνο να εκτελέσει μια μελωδία, αλλά και να συνοδεύσει μ’ αυτό το τραγούδι του, έχοντας τη δυνατότητα να πειραματιστεί με διαφορετικούς τύπους οργανικής συνοδείας. Με τον τρόπο αυτόν, ένα αρχαιότατο μουσικό όργανο, και μάλιστα το σήμα κατατεθέν της αρχαιοελληνικής μουσικής παράδοσης, η χέλυς, θα έχει ‘αναστηθεί’ επ’ αγαθώ στα χέρια και τη συνείδηση των Νεοελλήνων.

Παράρτημα: τα κελύφη-ηχεία λύρας

L_LyreApp


Βιβλιογραφία

Αραπογιάννη, Ξένη (2003) «Ηχείο λύρας», στο Ανδρίκου κά (επιμ.), Μουσών δώρα. Μουσικοί και χορευτικοί απόηχοι από την αρχαία Ελλάδα. Σελ. 164-165. Αθήνα: Υπουργείο Πολιτισμού.

Ζάχος Κωνσταντίνος (2003) «Ηχείο λύρας», στο Ανδρίκου κά (επιμ.), Μουσών δώρα. Μουσικοί και χορευτικοί απόηχοι από την αρχαία Ελλάδα. Σελ. 165-166. Αθήνα: Υπουργείο Πολιτισμού.

Μιχαηλίδης, Σόλων (1982) «Λύρα», sv στο Εγκυκλοπαίδεια της αρχαίας ελληνικής μουσικής. Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.

Elia, Diego (2010) “Tombe construmenti musicalli nell a necropoli di Lucifero: aspetti del rituale e del’ ideologia funeraria a Locri Epizefiri”, στο Lepore, Lucia & PaolaTuri (επιμ.), Cauloniatra Crotone e Locri. Atti del Convegno Internazionale, Firenze, 30 maggio-1 giugno 2007. II. Σελ. 405-421. Firenze: Firenze University Press.

Landels, JohnGrey (1999) “Kithara and lyre”, στο Music in ancient Greece and Rome. Σελ. 47-68. London: Routledge.

Lepore, Lucia (2010) “Gli strumenti musicali locresi tra iconografia e realia”, στο Lepore, Lucia & Paola Turi (επιμ.) (2010) Caulonia tra Crotone e Locri. Atti del Convegno Internazionale, Firenze, 30 maggio-1giugno 2007. II. Σελ. 423-457. Firenze: Firenze University Press.

Maas, Martha & Jane McIntosh Snyder (1989) Stringed instruments of ancient Greece. New Haven & London: Yale University Press.

Mathiesen, Thomas J. (1999) “Chelys”, “Barbitos” στο Apollo’s lyre. Greek music and music theory in Antiquity and the Middle Ages. Σελ. 237-253. Lincoln & London: University of Nebraska Press.

Paquette, Daniel (1984) “Harpe”, στο L’instrument de musique dans la céramique de la Grèce antique. Études d’organologie. (Unversité de Lyon II, Publications de la Bibliothèque Salomon Reinach, 4). Σελ. 189-201. Paris: De Boccard.

Psaroudakēs, Stelios (2013) “TheDaphnēaulos”, GreekandRomanMusicalStudies1:93-121.

Psaroudakēs, Stelios (2006) “A lyre from the Cemetery of the Acharnian Gate, Athens”, στο Ellen Hickmann & Arnd Adje Both & Ricardo Eichmann (επιμ.), Studien zur Musikarchäologie V. Music Archaeology in Context. Archaeological Semantics, Historical Implications, Socio-Cultural Connotations. Papers from the 4th Symposium of the International Study Group on Music Archaeology at Monastery Michaelstein, 19-26 September, 2004. Σελ. 59-79. Rahden, Westf.: Marie Leidorf GmbH.

Themelis, Petros G. (1984) Delphi. The archaeological site and the museum. Athens: Ekdotike Athenon.

West, Martin L. (1992) “Lyres”, στο Ancient Greek music. Σελ. 49-70. Oxford: Clarendon Press.

Winnington-Ingram, R. P. (1956) “The pentatonic tuning of the Greek lyre: a theory examined”, Classical Quarterly NS 6:169-186.


Σημειώσεις

[1]Ασφαλώς, το Σχέδιο και ο Κατάλογος δημιουργήθηκαν είτε από τον ίδιο τον ανασκαφέα, Άγγελο Λιάγκουρα, είτε από άλλον υπό την εποπτεία του ανασκαφέα.

[2]Psaroudakēs 2013:94.

[3]Πολλά από τα ‘τμήματα’ κελύφους αποτελούν σύνολα οστέινων πλακών που συνανήκουν, ενώ άλλα τμήματα συνίστανται από μία μόνη πλάκα.

[4]Μία σύγκριση των ακόμη ασυναρμολόγητων τμημάτων (εικ. 5β) με το αποκατεστημένο κέλυφος (εικ. 4α) πιστοποιεί το γεγονός.

[5]Βλ. Psaroudakēs2013:104 με εικ. V 11-13.

[6]Ο μεταλλικός χορδοτόνος του οργάνου δεν βρέθηκε. Κατά την εξέταση των σιδερένιων υπολειμμάτων, δεν αναγνωρίστηκε στοιχείο που να είχε το αναμενόμενο σχήμα και μέγεθος ενός χορδοτόνου.

[7]Τα τέσσερα παραδείγματα λυρών με χορδοτόνο και περιφερικές οπές: Αμβρακία Ι· Λοκροί Ι· Λοκροί ΙΙΙ· Λοκροί IV. Κελύφη-ηχεία λύρας με χορδοτόνο χωρίς περιφερικές οπές: Αθήνα-Αχαρνική Πύλη· Μεταπόντιον· LecceII· Έφεσος. Κελύφη-ηχεία λύρας χωρίς χορδοτόνο και χωρίς περιφερικές οπές: Λευκάς· Έφεσος· Βάσσαι· Λοκροί II. Πίνακας των ανωτέρω οστράκων (τόπος ευρέσεως, μουσείο, χρονολογία) δίδεται στο Παράρτημα, στο τέλος του παρόντος κειμένου.

[8]Ως ‘άνω’ περιοχή του κελύφους ορίζεται εδώ το φαρδύτερο, ουραίο άκρο του, το οποίο αποτελούσε το άνω μέρος του ηχείου της λύρας, εκείνο μέσα από το οποίο αναδύονταν οι πήχεις.

[9]Psaroudakēs2013:121 εικ. V 13.

[10]Η κοίλη προς τα πάνω μορφή των πλακών του ουραίου μέρους του οστράκου της Δάφνης παραπέμπει στο είδος αυτό της χερσαίας χελώνας, ένα από τα τρία ενδημικά της Ελλάδας. Τα άλλα δύο είναι το TestudoGraecaκαι το TestudoHermanni. Και τα τρία είδη διαθέτουν το ίδιο αριθμό πλακών και στην ίδια θέση στο όστρακο· διαφέρουν μόνον στην καμπυλότητα των ουραίων πλακών (εσωστρεφείς ~ εξωστρεφείς) και σε λεπτομέρεια της κεντρικής ουραίας πλάκας.

[11]‘Εσωτερικές’ ονομάζονται εδώ οι οπές στο θολωτό τμήμα του κελύφους, αυτές δηλαδή που δεν βρίσκονται στην περιφέρειά του.

[12]Είναι πιθανόν να υπήρχε οπή στο κέλυφος Αμβρακία Ι, στο χώρο που καταλάμβανε η πλάκα που χάθηκε. Αν είναι έτσι, η οπή δεν θα βρισκόταν, βέβαια, στην κορυφή του οστράκου, όπως στις δύο προηγούμενες περιπτώσεις, αλλά κατά πολύ ψηλώτερα.

[13]Πβ. West 1992:56.

[14]Για την αρχαιοελληνική λύρα, γενικώς, βλ.: Landels 1999, Maas & McIntoshSnyder 1989, Mathiesen 1999, Paquette 1984, West 1992.

[15] Υπενθυμίζεται ότι οι πλάκες που δέχονταν το χορδοτόνο και τις κάτω απολήξεις των πήχεων δεν σώθηκαν.

[16]Κοινώς, ‘κελεμπέκι’.

[17]Πολυδεύκης Ονομαστικόν δ.62 (καὶ δόνακα δέ τινα ὑπολύριον οἱ κωμικοὶ ὠνόμαζαν, ὡς πάλαι ἀντὶ κεράτων ὑποτιθέμενον ταῖς λύραις)· Αριστοφάνης Βάτραχοι 232-233 (ἕνεκα δόνακος, ὃν ὑπολύριον ἔνυδρον ἐν λίμναις τρέφω)· Μιχαηλίδης 1982:101.

[18]Οι χορδές αγοράστηκαν από τη γερμανική βιοτεχνία χορδών BerndKürschner, ειδικευμένη στην παραγωγή εντέρινων χορδών για όργανα της εποχής Μπαρόκ.

[19]Σημειωτέον ότι τα αρχαιοελληνικά κουρδιστήρια στις λύρες και, ασφαλώς, και στις άρπες, δεν διαπερνούσαν το ζυγό, αλλά εφάπτονταν σ’ αυτόν και καθηλώνονταν στις θέσεις τους από τις τεντομένες χορδές, οι οποίες τυλίγονταν γύρω απ’ αυτά και, συγχρόνως, γύρω από το ζυγό. Το κουρδιστήρι θα περάσει μέσα από το ζυγό – και θα γίνει αυτό που σήμερα λέγεται ‘στριφτάρι’ – στη Ρωμαϊκή εποχή.

[20]Ησύχιος Λεξικόν «μαγάς» (σανὶς τετράγωνος ὑπόκυφος δεχομένη τῆς κιθάρας τὰς νευρὰς καὶ ἀποτελοῦσα τὸν φθόγγον)· Μιχαηλίδης 1982:200.

[21]West 1992:64.

[22]Winnington-Ingram 1956.

[23] Το τονικό επίπεδο της εν λόγω κλίμακας εξαρτάται από το μήκος και τη διατομή των χορδών. Αυτό σημαίνει ότι, για τα ίδια χαρακτηριστικά χορδών, σ’ ένα μικρότερο όργανο το επίπεδο θα είναι ψηλότερο και σ’ ένα μεγαλύτερο όργανο το επίπεδο θα είναι χαμηλότερο. Στην παρούσα ανακατασκευή, η συγκεκριμένη αρμονία τοποθετείται στο τονικό συνεχές στο επίπεδο: re3-mi3-fa3-sol3-la3-si3-do4(-re4).

[24]Τα σύμβολα η και τ αντιστοιχούν στα διαστήματα ημιτόνιο και τόνος, αντιστοίχως. Το τονισμένο τ αντιστοιχεί στον διαζευκτικό τόνο των δύο τετραχόρδων που απαρτίζουν την κλίμακα: ένα χαμηλό (mi-la) και ένα ελλειπές υψηλό (si-[mi). Το βαθύ reμπορεί να θεωρηθεί ως ο οξύς φθόγγος (λιχανοειδής) ενός, ακόμη χαμηλώτερου, συνημμένου τετραχόρδου (si-do]-re-mi). Εφιστάται η προσοχή στη διάκριση των εννοιών ‘κλίμακα’ και ‘τρόπος’. Στην πρώτη περίπτωση, αναφορά γίνεται στην κλίμακα που χρησιμοποιεί η μελωδία, με τους φθόγγους διατεταγμένους στη σειρά, από τον βαρύτερο στον οξύτερο (αρμονία), και στην οποία κουρδίζεται το όργανο (accordatura), ενώ στη δεύτερη στην κλίμακα που απαρτίζεται μεν από τους φθόγγους της μελωδίας, αλλά έχει ως πρώτη, βαρύτερη, βαθμίδα το τονικό κέντρο της μελωδίας. Ως εκ τούτου, στην ‘κλίμακα’ τονικό κέντρο μπορεί να είναι οποιαδήποτε βαθμίδα της.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: