Κέντρο Αρχαιομουσικολογίας

Ο αυλός της Δάφνης – Μελέτη και ανακατασκευή

Εισαγωγικά

Χωρίς αμφιβολία, ο αυλός του Τάφου ΙΙ της Δάφνης ανήκει στο είδος του πρώιμου διπλού γλωσσόφωνου πνευστού μουσικού οργάνου της ελληνικής αρχαιότητας (εικ. 1-13).

Την ταύτιση αυτή καθορίζουν: α) το κυλινδρικό σχήμα του σωλήνα (εικ. 14), β) η θέση της οπής του αντίχειρα, ανάμεσα στην ανώτερη και την δεύτερη οπή (εικ. 15), γ) η σχετικά μεγάλη διάμετρος των οπών (7 χιλ.), δ) η ελαφρά μετατόπιση προς το πλάι της οπής του αντίχειρα, ε) ο περιορισμένος αριθμός των οπών (μικρότερος από τον αριθμό των δακτύλων των δύο χεριών), στ) η ύπαρξη του χαρακτηριστικού βολβοειδούς επιστομίου (εικ. 14, 18, 24-25).[1]

Ο πρώιμος διπλός γλωσσόφωνος ελληνικός αυλός, γνωστός καλλίτερα τόσο από τα ζεύγη που έχουν φέρει οι ανασκαφές στο φως (πχ εικ. 30), όσο και από την πλούσια σχετική εικονογραφία (πχ εικ. 1-13 παραπάνω), αποτελείται από δύο κυλινδρικούς ανισομήκεις σωλήνες με πέντε τονικές οπές στον καθένα – και, συνήθως, μία έκτη, ακουστική, για ευφωνικούς λόγους – και βολβοειδές επιστόμιο, το οποίο χωρίζεται σε δύο διακριτά μεν αλλά συμφυή τμήματα, τον κωνικό όλμο που δέχεται τη γλωσσίδα και το βολβοειδές υφόλμιο (πχ εικ. 31), ο μακρύς λαιμός το οποίου εμπήγεται στο άνω στόμιο του σωλήνα (πχ εικ. 28β).

Τα δύο σκέλη του αυλού δεν είναι ενωμένα μεταξύ τους με κανέναν τρόπο· είναι απολύτως ελεύθερα (εικ. 4, 7, 10, 12, 13 παραπάνω). Κάθε χέρι χειρίζεται έναν και μόνο σκέλος, γι’ αυτό και οι οπές του αντίχειρα έχουν διαφορετικής κατευθύνσεως πλευρική μετατόπιση: του ενός δεξιόστροφα και του άλλου αριστερόστροφα. Μέχρι σήμερα δεν έχουν έρθει στο φως γλωσσίδες από ελληνικούς αυλούς, η εικονογραφία όμως σαφώς παραπέμπει στο είδος της διπλής γλωσσίδας (εικ. 13), που ακόμη σήμερα χρησιμοποείται σε πολλά γλωσσόφωνα πνευστά, όπως πχ την αρμενική ντουντούκ και το κινεζικό γκουάντζι (εικ. 33α, β).

Από τον ξύλινο αυλό του Τάφου ΙΙ της Δάφνης βρέθηκε μόνον το ένα σκέλος του οργάνου: ο ένας από τους δύο σωλήνες και μέρος του επιστομίου του (ο όλμος και ο βολβός χωρίς τον λαιμό). Δεν διαθέτομε, συνεπώς, το δεύτερο σκέλος, τον δεύτερο δηλαδή σωλήνα με το επιστόμιό του, και, βεβαίως ούτε τις καλάμινες γλωσσίδες.

Από το σωζόμενο υλικό (σωλήνας, βολβός), είναι δυνατόν να αποκατασταθεί με σχετική βεβαιότητα το σκέλος στην αρχική μορφή του, όπως θα δειχθεί στην έκθεση που ακολουθεί. Για την αποκατάσταση του χαμένου σκέλους είναι απαραίτητη η θεώρηση όλων των σωζόμενων ζευγών αυλών, και η μελέτη των σχέσεων που υπάρχουν ανάμεσα στα δύο σκέλη του κάθε ζεύγους. Στα πορίσματα της μελέτης αυτής θα στηριχθεί η αποκατάσταση του χαμένου σκέλους του αυλού της Δάφνης.[2]

 

Αποκατάσταση του σωζόμενου σκέλους του αυλού της Δάφνης

Περιγραφή και αποκατάσταση του σωλήνα

Το μήκος του σωλήνα, μετρημένο κατά μήκος της καμπύλης είναι 22,8 εκ. Συγκρινόμενο με τα μήκη των σωλήνων των άλλων γνωστών αυλών, η τιμή αυτή είναι από τις μικρότερες. Η εξωτερική διάμετρος του σωλήνα είναι 1,23 εκ. Η εσωτερική διάμετρός του είναι 8 χιλ. Συγκρινόμενη με τις εσωτερικές διαμέτρους των άλλων γνωστών αυλών, η τιμή αυτή είναι η χαμηλότερη σχεδόν (εικ. 44).

Το πάχος του τοιχώματος είναι 2 χιλ. Το βάθος της άνω θήκης του σωλήνα είναι 6,18 χιλ. Ο αριθμός των σωζόμενων οπών είναι πέντε: Ι, Τ, ΙΙ, ΙΙΙ, IV. Η οπή του αντίχειρα (Τ) βρίσκεται ανάμεσα στις οπές Ι και ΙΙ, όπως σε όλους ανεξαιρέτως τους γνωστούς αυλούς και τα σχετικά μεμονωμένα αυλητικά στελέχη. Οι οπές είναι ελαφρώς ελλειπτικές με μεγαλύτερη την διαμήκη τιμή. Η μέση διάμετρος των οπών είναι 7 χιλ.

Στους άλλους γνωστούς αυλούς, αλλά και στα μεμονωμένα αυλητικά στελέχη, οι οπές είναι άλλοτε στρογγυλές, άλλοτε ελλειψοειδείς και άλλοτε συνδυασμός των δύο. Η μέση τιμή της Δάφνης, συγκρινόμενη με τις μέσες τιμές των διαμέτρων άλλων οπών, είναι χαμηλή (εικ. 45).

Η οπή του αντίχειρα (Τ) είναι ελαφρώς μετατοπισμένη προς τα αριστερά. Ως εκ τούτου, ο σωλήνας ανήκει στο αριστερό σκέλος του οργάνου, το οποίο είναι και μακρύτερο από το δεξιό. Συνεπώς, έχει απωλεσθεί το δεξιό, κοντύτερο, σκέλος. Στα σωζόμενα ζεύγη αυλών, συμβαίνει η οπή του αντίχειρα με ελαφρά αριστερή μετατόπιση να ανήκει στο μακρύτερο από τα δύο σκέλη. Η πληροφορία δε ότι το μακρύτερο σκέλος κρατιέται στο αριστερό χέρι προέρχεται από το ζεύγος της Ακάνθου (εικ. 28γ, δ), στο οποίο ο αυλοποιός έχει γύρω από την οπή του αντίχειρα επιμελώς σκάψει την επιφάνεια έτσι ώστε να «κάθεται» καλλίτερα ο αριστερός αντίχειρας. Αναλόγως, και στο κοντύτερο σκέλος (εικ. 28γ, ε): η κατεύθυνση της σκαφής γύρω από την οπή του αντίχειρα ταιριάζει άνετα στον δεξιό αντίχειρα.

Γενικώς, μια μετατόπιση των οπών του αντίχειρα προς τά έξω και πλάι, θα επέτρεπε στους αντίχειρες να λυγίζουν προς τα κάτω καθώς ανοίγουν τις οπές, στηριζόμενοι στο άκρο τους, χωρίς να χάνουν την επαφή τους με τους σωλήνες και χωρίς να χρειάζεται να κυλύονται τα υπόλοιπα δάχτυλα πάνω στις οπές τους, με τον κίνδυνο να χαθεί η αεροστεγής φραγή τους. Γενικώς, φαίνεται να ισχύει ο ακόλουθος κανόνας για το αριστερό σκέλος ενός αυλού:

τα μακρύτερα στελέχη (στην περίπτωση των οστέινων οργάνων),[3] ανήκουν στον  μακρύτερο από τους δύο σωλήνες ενός αυλού, ο οποίος κρατιέται στο αριστερό  χέρι και φέρει οπή αντίχειρα (Τ) μετατοπισμένη ελαφρώς προς τα αριστερά.[4]

Οι αποστάσεις (σε εκ.) των οπών από το άνω άκρο του σωλήνα (ο) έχουν ως εξής:

ο-Ι     6,4

ο-Τ     8,85

ο-ΙΙ    11,2

ο-ΙΙΙ  13,5

ο-IV  16

ο-έξ.  22,8/23

Συγκρινόμενη με τις αντίστοιχες αποστάσεις στους άλλους γνωστούς αυλούς, αλλά και στα αυλητικά στελέχη, η τιμή 6,4 εκ. της Δάφνης βρίσκεται στο μέσον, ανάμεσα στην μικρότερη τιμή των περ. 1,5 εκ. και την μεγαλύτερη, των 3,5 εκ. (εικ.46).

Οι αποστάσεις (σε εκ.) των οπών από την έξοδο του σωλήνα (ε) είναι οι ακόλουθες :

ε-IV   6,8

ε-ΙΙΙ   9,3

ε-ΙΙ    11,6

ε-Τ     13,95

ε-Ι      16,4

Βέβαια, δεν μπορεί να αποκλειστεί και μία έκτη οπή (V) μέσα στα 6,8 εκ. της απόστασης IV-έξοδος. Είναι συνήθης η παρουσία έκτης οπής,[5] έχουν όμως βρεθεί και αυλητικοί σωλήνες χωρίς αυτήν.[6] Οι αποστάσεις (σε εκ.) ανάμεσα σε διαδοχικές οπές έχουν ως εξής:

Ι-Τ        2,45

Τ-ΙΙ       2,35

ΙΙ-ΙΙΙ      2,3

ΙΙΙ-IV   2,5

Είναι ενδιαφέρον ότι οι οπές σχεδόν ισαπέχουν η μία από την επομένη της. Αυτό δεν είναι συνηθισμένο στους άλλους γνωστούς αυλούς, στους οποίους οι αποστάσεις μεταξύ εφεξής οπών μπορούν να διαφέρουν αρκετά μεταξύ τους (εικ. 46 παραπάνω). Καμμία οπή δεν διαθέτει βύθισμα εξωτερικά για καλλίτερη (αεροστεγή) φραγή, όπως παρατηρείται, συνήθως, στους σωζόμενους αυλούς, αλλά και τα μεμονωμένα στελέχη. Πολύ κοντά στο άνω στόμιο του σωλήνα και πάνω από την εσωτερική του θήκη, υπάρχει δακτυλιοειδές βύθισμα, το οποίο περιβάλλει το σωλήνα.[7] Αν και σε πρώτη σκέψη, θα έλεγε κανείς ότι η εν λόγω αύλακα χρησίμευε για την υποδοχή μεταλλικού ή δερμάτινου δακτυλίου, προκειμένου η στερέωση του επιστομίου στη θήκη του σωλήνα να ισχυροποιηθεί, η απουσία της από αρκετά πρώιμα στελέχη αντιμάχεται τη θέση αυτή. Ίσως, λοιπόν, η αύλακα να ανοιγόταν για αισθητικούς λόγους, παρ’ όλο που αδυνάτιζε το τοίχωμα του σωλήνα, και μάλιστα στο νευραλγικό σημείο της ζεύξης του επιστομίου με το σωλήνα.[8] Το κάτω στόμιο του σωλήνα περιβάλλει δακτυλιοειδής έξαρση μικρού πλάτους, προφανώς διακοσμητικό τελείωμα.[9]

Περιγραφή και αποκατάσταση του επιστομίου

Το βολβοειδές στέλεχος, το οποίο αφενός μεν δέχεται στο στόμιό του τη γλωσσίδα, αφετέρου δε εισάγεται στον κυλινδρικό σωλήνα, σώζεται μερικώς· ο «λαιμός» του έχει απωλεστεί σε όλο του το μήκος. Σώζει, όμως, σε μεγάλο βαθμό το χείλος του στομίου που δέχεται τη γλωσσίδα (όλμος). Συνεπώς, δεν υπάρχει στο στέλεχος απώλεια μήκους προς την πλευρά της γλωσσίδας. Ανάλογη ρήξη στο ίδιο σημείο, στη μετάβαση δηλαδή από τον βολβό στον λαιμό, παρουσιάζεται και στο επιστόμιο Ιαλυσσός F (εικ. 37), αλλά και στα επιστόμια του αυλού του Έλγιν (εικ. 26β). Προφανώς, αυτό είναι το αδύνατο στατικά σημείο του στελέχους. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, πρόκειται για επιστόμια του πρώιμου τύπου, με βολβό και λαιμό, ο οποίος εμπήγεται απ’ ευθείας στο σωλήνα, χωρίς τη μεταγενέστερη διαμόρφωση της απόλειξης του λαιμού σε τένοντα.[10] Επίσης, τα μεμονωμένα επιστόμια Περαχώρα Α (εικ. 42δ) και Β (εικ. 42ε) είναι του ίδιου, πρώιμου είδους, χωρίς τένοντα, καθώς επίσης και τα επιστόμια του αυλού της Ποσειδωνίας (εικ. 27β) και της Πύδνας (εικ. 29β-γ), ενδεχομένως και της Κοπεγχάγης (εικ. 30).

Η πρώιμη χρονολογία του αυλού της Δάφνης (περ. 430 πΧ) και η μορφολογική ομοιότητά του με τον επίσης ξύλινο αυλό του Έλγιν οδηγεί στην κατάταξη του επιστομίου της Δάφνης στο πρώιμο είδος (βολβός με λαιμό, χωρίς τένοντα). Η απ’ ευθείας εισαγωγή του λαιμού του επιστομίου στον σωλήνα δημιουργεί «σκαλοπάτι» ανάμεσα στις εξωτερικές επιφάνειες των δύο μερών, χαρακτηριστικό που απουσιάζει από τους μεταγενέστερους αυλούς, στους οποίους ο τένοντας επιτρέπει στις δύο επιφάνειες να βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο. Το αποτέλεσμα είναι, τα εξελιγμένα αυτά επιστόμια να έχουν παχύτερο τοίχωμα, και άρα να είναι δυνατότερα. Από οπτικής απόψεως δε, δεν δημιουργούν την ασυνέχεια των πρώιμων αυλών, με το σκαλοπάτι στο όριο επιστομίου και σωλήνα.

Το σωζόμενο τμήμα του βολβού της Δάφνης έχει μήκος 3,638 εκ. Το τμήμα του λαιμού μέσα στη θήκη του σωλήνα είναι 0,618 εκ. Συνεπώς, αν x το χαμένο μήκος του λαιμού, το ολικό, αρχικό μήκος του στελέχους είναι 3,638+x+0,618, το δε εκτεθειμένο μήκος του 3,638+x (έχοντας αφαιρέσει το βάθος της θήκης). Βασιζόμενοι στην παρατήρηση ότι ο λόγος μήκους βολβού προς μήκος λαιμού στα επιστόμια Περαχώρα Α, Ιαλυσσός F, Πύδνα L είναι σχεδόν σταθερός, το μήκος του λαιμού (n) υπολογίζεται σε 2,901 εκ.[11] Συνεπώς, το ολικό μήκος του επιστομίου της Δάφνης υπολογίζεται στα 6,539 εκ., το εκτεθειμένο (ενεργό) μήκος του σε 5,92 εκ., το χαμένο μήκος του λαιμού (x) σε 2,283 εκ. και το ολικό, ενεργό, μήκος του αυλού (χωρίς τη γλωσσίδα) σε 28,72 εκ.:

 

L_Aulos_Diagramm_1

 Αποκατάσταση του χαμένου σκέλους του αυλού της Δάφνης

Η αποκατάσταση του χαμένου σκέλους του αυλού της Δάφνης στηρίζεται στο σκεπτικό ότι τα αυλητικά ζεύγη που διαθέτομε – και όχι μόνον του πρώιμου είδους – ενδέχεται να παρουσιάζουν σταθερές σχέσεις ανάμεσα στα φυσικά τους χαρακτηριστικά, τόσο στα μήκη των δύο σκελών, όσο και στη αντιστοίχιση των οπών μεταξύ τους στους δύο σωλήνες του συστήματος. Αν αναδυθούν, λοιπόν, από την εν λόγω μελέτη τέτοιες σταθερές, τότε τα πορίσματα θα μπορούν να εφαρμοστούν στον αυλό της Δάφνης, και να γίνει έτσι δυνατή η αποκατάσταση του χαμένου σκέλους του οργάνου. Προς το σκοπό, θα εξεταστούν τα ακόλουθα ζεύγη: Έλγιν, Πύδνας, Ακάνθου, Ποσειδωνίας, Κοπεγχάγης, Λούβρου, Βερολίνου. Για τους σκοπούς της παρούσας μελέτης θα διαφοροποιηθεί η ονομασία των οπών των αυλών: αντί των συμβόλων Ι, Τ, ΙΙ, ΙΙΙ κλπ, θα χρησιμοποιηθούν απλοί ακέραιοι αριθμοί σε συνέχεια, ξεκινώντας με το 1 να αντιστοιχεί στην χαμηλότερη οπή, την πλέον απομακρυσμένη, από το επιστόμιο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, 2 θα είναι η αμέσως πλησιέστερη στο επιστόμιο και ούτω κάθ’ εξής. Οι μετρήσεις των αποστάσεων των κέντρων των οπών από την έξοδο (ε) κάθε σωλήνα δίδονται κατωτέρω υπό μορφήν πινάκων (σε εκατοστά του μέτρου).[12]

L_Aulos_Diagramm_2_3

L_Aulos_Diagramm_4_8

Εάν τα δύο σκέλη καθενός από τους ανωτέρω αυλούς τοποθετηθούν έτσι ώστε να συμπίπτουν τα άνω στόμια των σωλήνων τους, τότε σχηματίζονται δυάδες αντίστοιχων οπών, μία σε κάθε σκέλος, οι οποίες βρίσκονται σχεδόν στην ίδια απόσταση από το άνω στόμιο των σωλήνων τους.[14] Η αντιστοιχία των οπών στον αυλό της Ποσειδωνίας δίδεται στο ακόλουθο διάγραμμα (διάγρ. 9):[15]

L_Aulos_Diagramm_9

Η οπή Δ5 είναι κατά 2 χιλ. ψηλότερα από την αντίστοιχή της, Α6· η Δ4 κατά 4,1 χιλ. ψηλότερα από την Α5· η Δ3 κατά 0,5 χιλ. ψηλότερα από την Α4· η Δ2 βρίσκεται στην ίδια ακριβώς θέση με την Α3· η Δ1 κατά 2 χιλ. ψηλότερα από την Α2. Με εξαίρεση, λοιπόν, το ζεύγος οπών Δ2-Α3, οι οπές του κοντού σκέλους είναι ελαφρώς μετατοπισμένες προς τά πάνω σε σχέση με τις αντίστοιχές τους στο μακρό. Η μετατόπιση αυτή δεν έχει σταθερό μέγεθος· κυμαίνεται από ένα ελάχιστο, 0,5 χιλ. στο ζεύγος Δ3-Α4, σ’ ένα μέγιστο, 4,1 χιλ. στο ζεύγος Δ4-Α5.

Στον επίσης οστέινο αυλό της Ακάνθου, η αντιστοιχία των οπών δίδεται από το ακόλουθο διάγραμμα (διάγρ. 10):[16]

L_Aulos_Diagramm_10

Στην περίπτωση αυτή, οι μετατοπίσεις είναι οι ακόλουθες: η Δ5 είναι κατά 6,7 χιλ. χαμηλότερα από την αντίστοιχή της, Α6· η Δ4 κατά 1,4 χιλ. χαμηλότερα από την Α5· η Δ3 κατά   5,5 χιλ. χαμηλότερα από την Α4· η Δ2 κατά 5,4 χιλ. χαμηλότερα από την Α3· η Δ1 κατά 1,3 χιλ. χαμηλότερα από την Α2. Όλες οι οπές του κοντού σκέλους, λοιπόν, είναι κατά τι μετατοπισμένες προς τα κάτω, σε αντίθεση κατεύθυνση από τις μετατοπίσεις στον αυλό της Ποσειδωνίας. Όπως και εκεί, έτσι και εδώ, οι τιμές των μετατοπίσεων δεν είναι σταθερές· κυμαίνονται από ένα ελάχιστο, 1,3 χιλ. στο ζεύγος Δ1-Α2, σε ένα μέγιστο, 6,7 χιλ. στο ζεύγος Δ5-Α6.

Παρά τη διαφορά των δύο οργάνων ως προς την κατεύθυνση της μετατόπισης των οπών του κοντού τους σκέλους, οι θέσεις των οπών στους ανωτέρω δύο αυλούς, εν γένει, είναι σχεδόν ίδιες, όπως καθαρά προκύπτει από τη σύγκριση των μετρήσεων των κέντρων τους από την έξοδο του μακρού τους στελέχους (διάγρ. 11). Προφανώς, πρόκειται για αυλούς του ίδιου τονικού επιπέδου (τόνου).

L_Aulos_Diagramm_11

Το τρίτο οστέινο παράδειγμα πρώιμου αυλού είναι εκείνο της Πύδνας. Στο όργανο αυτό, οι οπές του κοντού σκέλους βρίσκονται κατά τι ψηλότερα από τις αντίστοιχές τους στο μακρό, όπως και στην περίπτωση του αυλού της Ποσειδωνίας, όπως είναι πρόδηλο από το ακόλουθο διάγραμμα (διάγρ. 12):[17]

L_Aulos_Diagramm_12

Η οπή Δ5 είναι κατά 0,7 χιλ. ψηλότερα από την αντίστοιχή της, Α6· η Δ4 κατά 13,23 χιλ. ψηλότερα από την Α5· η Δ3 κατά 2,1 χιλ. από την Α4· η Δ2 κατά 3,3 χιλ. ψηλότερα από την Α3· η Δ1 κατά 2,7 χιλ. ψηλότερα από την Α2. Η μετατόπιση, λοιπόν, των οπών του κοντού σκέλους προς τα πάνω, και πάλι, δεν είναι σταθερή· κυμαίνεται ανάμεσα σ’ ένα ελάχιστο, 0,7 χιλ. στο ζεύγος Δ5-Α6, και ένα μέγιστο, 13,23 χιλ. στο ζεύγος Δ4-Α5.

Σε συμφωνία με τους αυλούς της Ποσειδωνίας και της Πύδνας, αλλά σε αντίθεση με εκείνον της Ακάνθου, έρχεται ο ξύλινος αυλός Έλγιν. Λόγω της έντονης καμπυλότητας του μακρού του σκέλους (εικ. 26α), επελέγη τέταρτος για ανάλυση, πιστεύοντας ότι η παραμόρφωση αυτή θα επηρέαζε τις μετρήσεις των θέσεων των οπών του και, ως εκ τούτου, την εικόνα των αντίστοιχων οπών.

Η σημερινή κατάσταση του οργάνου, πάντως, σύμφωνα με τις μετρήσεις μας, έχει ως ακολούθως,:

L_Aulos_Diagramm_13

Οι μετατοπίσεις προς τα πάνω των οπών του κοντού σκέλους έχουν ως ακολούθως: η Δ5 είναι κατά 9 χιλ. ψηλότερα από την αντίστοιχή της, Α6· η Δ4 κατά 6 χιλ. ψηλότερα από την Α5· η Δ3 κατά 9 χιλ. ψηλότερα από την Α4· η Δ2 κατά 9,5 χιλ. ψηλότερα από την Α3· η Δ1 κατά 4 χιλ. ψηλότερα από την Α2. Η μετατόπιση, λοιπόν, των οπών του κοντού σκέλους προς τα πάνω, και πάλι, δεν είναι σταθερή· κυμαίνεται από 4 χιλ. στο ζεύγος Δ1-Α2 έως 9,5 χιλ στο ζεύγος Δ2-Α3. Οι συγκριτικά μεγάλες τιμές των μετατοπίσεων οφείλονται, ασφαλώς, στην έντονη παραμόρφωση του μακρού σκέλους του οργάνου. Πάντως, η γενική τάση των μετατοπίσεων των οπών του κοντού σκέλους είναι σαφώς προς τα πάνω, και στο σημείο αυτό ο αυλός Έλγιν ομοιάζει, όπως ήδη ελέχθη, με τους αυλούς της Ποσειδωνίας και της Πύδνας. Παρόμοια ανάλυση στους μεταγενέστερους χρονολογικά αυλούς του Λούβρου και του Βερολίνου, οδηγούν στην παρατήρηση ότι, και σ’ αυτούς, η μετατόπιση των οπών των κοντών σκελών γίνεται προς τα πάνω, με μόνη εξαίρεση το χαμηλότερο ζεύγος αντίστοιχων οπών στον αυλό του Λούβρου (Δ1-Α2). Συνεπώς, ο αυλός της Ακάνθου είναι ο μόνος που παρουσιάζει μετατόπιση των οπών του κοντού σκέλους προς τά κάτω, και ως εκ τούτου, δεν θα ληφθεί υπ’ όψιν στην ανακατασκευή του χαμένου, κοντού σκέλους της Δάφνης.

Οι οπές, λοιπόν, του κοντού σκέλους της Δάφνης θα πρέπει να βρίσκονταν κατά τι ψηλότερα από τις αντίστοιχές τους στο μακρό. Προτείνομε, ως εκ τούτου, στη θέση του χαμένου κοντύτερου σκέλους, σωλήνα ίδιας εσωτερικής διαμέτρου (8 χιλ.), ίδιας διαμέτρου οπών (7 χιλ.) και πάχους τοιχώματος (2 χιλ.) και με θέσεις οπών λίγο ψηλότερα από τις αντίστοιχές τους στο υπάρχον, μακρό, σκέλος, με τις οπές του τοποθετημένες ψηλότερα από τις αντίστοιχές τους στο σωζόμενο σκέλος κατά 1 χιλ., λαμβάνοντας υπ’ όψιν το γεγονός ότι ο αυλός της Δάφνης είναι το μικρότερου μήκους σωζόμενο μακρό σκέλος, οπότε, αναλογικά προς τα μεγαλύτερα όργανα, η τιμή αυτή αρμόζει.[18] Το ολικό μήκος του χαμένου σωλήνα μπορεί να υπολογιστεί κατ’ αναλογίαν προς τις διαφορές μηκών των σωλήνων Ποσειδωνίας (3,5 εκ.) και Ακάνθου (2,89 εκ.) στα 20,45 εκ.[19] Οι δύο αυτοί αυλοί, όπως έχει δειχθεί, ομοιάζουν μεταξύ τους τόσο στα μήκη των σωλήνων τους όσο και στις θέσεις των οπών τους. Η πρότασή μας, λοιπόν, για τον αυλό της Δάφνης συνοψίζεται, προς το παρόν, στον ακόλουθο πίνακα (διάγρ. 14):

L_Aulos_Diagramm_14

Η απόσταση ανάμεσα στη οπή Α1 και την έξοδο είναι 6,80 εκ., τιμή η οποία υπερβαίνει τις αντίστοιχες τιμές στους αυλούς της Ποσειδωνίας (5 εκ.) και της Ακάνθου (4,44 εκ.). Λόγω του κατά πολύ μικρότερου μήκους του σωλήνα της Δάφνης (22,8 εκ.),[20] θα ήταν αναμενόμενο η απόσταση αυτή να ήταν μικρότερη. Είναι πολύ πιθανόν, λοιπόν, το σωζόμενο μακρό σκέλος να είχε ακόμη μία οπή (V, οπή ανοιχτή μονίμως) πριν την έξοδο. Αν δεχθούμε την υπόθεση, τότε θα πρέπει να δεχθούμε και την ύπαρξη οπής V στο κοντό σκέλος, κατά 1 χιλ. ψηλότερα από την Α1, σύμφωνα με την παραδοχή μας, να τοποθετήσομε όλες τις οπές του κοντού σκέλους 1 χιλ. ψηλότερα από τις σωζόμενες αντίστοιχές τους.

Η απόσταση της προτεινόμενης οπής Δ1 από την έξοδο είναι 9,4 εκ. (διάγρ. 15). Μία οπή V θα απείχε, από μεν την IV 2,6 εκ., από δε την έξοδο 4,55 εκ. Συνεπώς και στα δύο σκέλη θα ήταν δυνατόν να υπάρχουν οπές V. Αυτό θα είχε σαν αποτέλεσμα την αλλαγή του βαθύτερου φθόγγου του κάθε σκέλους, καθόσον η ‘έξοδος’ του κάθε σκέλους θα μεταφερόταν ψηλότερα, σύμφωνα με τους ακουστικούς νόμους των ηχητικών σωλήνων. Οι υπόλοιποι, όμως, φθόγγοι δεν θα επηρεάζονταν. Συνεπώς, η προηγούμενη ανακατασκευαστική πρόταση (διάγρ. 14) τροποποιείται ως ακολούθως:

L_Aulos_Diagramm_15

Ενώ η θέση της V στο κοντό σκέλος μπορεί με αρκετή ακρίβεια να προσδιοριστεί, αφού πρέπει να αντιστοιχεί στην Α1,[21] η θέση της V στο σωζόμενο μακρό σκέλος δεν μπορεί να κοθοριστεί, τουλάχιστον με την παρούσα μέθοδο. Πιθανότατα, είναι δυνατός ο καθορισμός της μέσω πειραματικής διαδικασίας. Πάντως, δεν μπορεί να βρίσκεται πολύ ψηλότερα από την έξοδο του κοντού σκέλους, στα 20,454 εκ., καθόσον, στους σωζόμενους αυλούς, η απόσταση μεταξύ των θέσεων της οπής V του μακρού σκέλους και της εξόδου του κοντού σκέλους (ΑV-Δε) είναι της τάξεως του 1 εκ. (Ποσειδωνία 1,5 εκ.· Άκανθος 1,55 εκ.· Πύδνα 0,98 εκ.· Έλγιν 1,1 εκ.). Εργαζόμενοι και πάλι αναλογικά, με αναφορά στον αυλό της Ποσειδωνίας, υπολογίζομε ότι η οπή V του μακρού σκέλους πρέπει να βρισκόταν περίπου 1,14 εκ. ψηλότερα από την έξοδο του κοντού σκέλους, δηλαδή 3,48 εκ. ψηλότερα από την έξοδο του μακρού σκέλους.[22] Όσον αφορά τη θέση της οπής Δ5, εφόσον δεν υπάρχει οπή στο άλλο σκέλος να αντιστοιχηθεί, η θέση της δεν μπορεί με την παρούσα μέθοδο να οριστεί. Καί πάλι, θα είναι δυνατός ο υπολογισμός της θέσης της μέσω ακουστικών πειραμάτων, τα οποία θα στοχεύουν στην εύρεση της κλίμακας του οργάνου: ο φθόγγος ο παραγόμενος από την οπή Δ1 θα πρέπει να ανήκει στην κλίμακα που δημιουργούν οι υπόλοιπες οπές του οργάνου, έτσι όπως απαιτεί η αριστοξενική αρμονική θεωρία. Με τον ίδιο τρόπο θα ελεγχθεί αν η υπολογισμένη θέση της οπής V στο μακρό (σωζόμενο) σκέλος είναι η σωστή. Για τις ανάγκες της ανακατασκευής του αυλού, τοποθετήσαμε την οπή Α5 σε απόσταση 2,4 εκ. πάνω από την Α4, τη μέση τιμή ανάμεσα στις εφεξής οπές. Η τελική πρόταση, ως εκ τούτου, για την αποκατάσταση του αυλού της Δάφνης έχει ως ακολούθως (διάγρ. 16):[23]

L_Aulos_Diagramm_16

Ο αυλός κατασκευάστηκε στον τόρνο από ξύλο οξιάς σύμφωνα με την ανωτέρω πρόταση (εικ. 47α-γ).

Εικ. 47. Ο αυλός της Δάφνης αποκατεστημένος και ανακατασκευασμένος.

Εικ. 47. Ο αυλός της Δάφνης αποκατεστημένος και ανακατασκευασμένος.

 


 

Παράρτημα: Σωζόμενα ζεύγη αυλών και μεμονωμένα αυλητικά στελέχη

 


Βιβλιογραφία

Αποστόλου, Αθανάσιος (1999) Μελέτη του ζεύγους αρχαίων αυλών του Έλγιν με το λογισμικό Aulos. Διπλωματική εργασία, Τμήμα Μουσικών Σπουδών-Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Ζάχος, Κωνσταντίνος (2003) «Τρία στελέχη αυλών», στο Ανδρίκου κ.ά. (επιμ.), Μουσών δώρα. Μουσικοί και χορευτικοί απόηχοι από την αρχαία Ελλάδα. Σελ. 174-175. Αθήνα: Υπουργείο Πολιτισμού.

Μαζαράκη, Δέσποινα (1972) «Ο αυλός της Συλλογής Καραπάνου και η σύγχρονη μουσική πράξη», Λαογραφία 18:241-274 & Πίν. Ι-IV.

Μπάνου, Ουρανία (1997) «Ο δίαυλος της Πύδνας», στο Αρχαία ελληνική τεχνολογία. Πρακτικά του 1ου διεθνούς συνεδρίου, Θεσσαλονίκη, 4-7 Σεπτεμβρίου 1997. Σελ. 519-524. Θεσσαλονίκη: Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών.

Baines, Anthony (1992) “Aulos”, στο The Oxford companion to musical instruments. Σελ. 11-12. Oxford & New York: Oxford University Press.

Baines, Anthony (1967) Woodwind instruments and their history. 3ηέκδοση. London: Faber & Faber (= 1962).

Becker, H. (1966) Zur Entwicklungsgeschichte der antiken und mittelalterlichen Rohrblattinstrumente. Hamburg: H. Sikorski.

Bélis, Annie (1988) “Studying and dating ancient Greek auloi and Roman tibiae: a methodology”, στοEllen Hickmann & David W. Hughes (επιμ.),The archaeology of early music cultures. Third international meeting of the ICTM Study Group on Music Archaeology.Σελ. 233-248. Bonn: Verlag für systematische Musikwissenschaft GmbH.

Bélis, Annie (1986) “L’aulos phrygien”,Revue Archéologique σελ. 21-40.

Bélis, A. (1984β) «Fragments d’auloi» στο L’antre Corycien. ΙΙ. (Bulletin de Correspondance Hellénique, Supplement 9). Σελ. 176-181. Paris: De Boccard.

Bélis, Annie (1984α) “Auloi grecs du Louvre”, Bulletin de Correspondance Hellénique 108:111-122.

Bellia, Angela (2012) Considerazioni sugli strumenti musicali e oggetti sonori nell’Italia meridionale e in Sicilia (VI-III sec. a.C.). Funzioni rituali e contesti. (Aglaia 4. Collana di Studi Musicologici del Dipartimento Fleri – Aglaia). Lucca: LIM.

Bellia, Angela (2011) “Considerazioni sugli strumenti musicali e oggetti sonori nell’Italia meridionale e in Sicilia dall’eta arcaica all’ eta ellenistica”, στο Sicilia antiqua 7/2010. Σελ. 79-117.

Benade, A. H. (1976) Fundamentals of musical acoustics. New York et al.

Benade, A. H. (1960) “On the mathematical theory of woodwind finger holes”, Journal of the Acoustical Society of America 32/12.

Beschi, Luigi (2001) “Frammenti di auloi dal Cabirio di Lemno“, στο Stephanie Böhm & Klaus-Valtin von Eickstedt (επιμ.), Ἰθάκη. Festschrift für Jörg Schäfer um 75. Geburtstage am 25. April 2001. Σελ. 175-180 με Taf.18. Würzburg: Ergon.

Blinkenberg, C. (1931) «Instruments de musique”, στο Lindos. Fouilles de l’ Acropole 1902-1914.Ι. Les petits objects. Σελ. 153-156. Berlin: Walter de Gruyter & Cie Libraires.

Boulter, Cedric (1953) “Section of bone flute”, Hesperia 22:114 με pl. 41.

Bound, M. (1991) “The pre-classical wreck at Campere Bay, island of Giglio, second interim report, 1983 season, Pipes”, στο Studi e materiali: scienza dell’ antichità in Toscana 6:232-34 με fig. 78-80.

Bovon, A. (1970) « Fragments d’ auloi», στο Philippe Bruneau et al (επιμ.), Délos. 27. L’ ilot de la maison des comédiens. Σελ. 233με pl. 38. Paris: De Boccard.

Broneer, O. (1947) “Investigations at Corinth, 1946-1947”, Hesperia 16:233-247 & pl. 61.21-66.

Broneer, O. (1935) “Excavations at Corinth, 1934”, American Journal of Archaeology 39:53-75 με pl. 16-20.

Byrne, Maurice (2004) “Narrow pipes and the fourth”, στο Ellen Hickmann & Ricardo Eichmann (επιμ.) Studien zur Musikarchäologie. IV. Music-archaeological sources: finds, oral transmission, written evidence. Papers from the 3rd Symposium of the International Study Group on Music Archaeology at Monastery Michaelstein, 9-16 June, 2002. Σελ. 391-92. Rahden: Marie Leidorf GmbH.

Byrne, Maurice (2002) “Understanding the aulos II. Extended pipes and drone”, in Ellen Hickmann et al (edd.), Studien zur Musikarchäologie. III. (Orient-Archäologie 10). Pp. 367-373.

Byrne, Maurice (2000) “Understanding the aulos”, στο Ellen Hickmann & Ingo Laufs & Ricardo Eichmann (επιμ.), Studien zur Musikarchäologie. II. (Orient-Archäologie 7). Σελ. 279-285.

Caratelli, G. P. (επιμ.) (1983) Megale Hellas. Storia e civiltà della Magna Grecia. Milano: Libri Scheiwiller.

Curtis, J. (1914) “The double flutes” JHS 34:89-105.

D’Amicis, Amelia (1999) L’arte delle Muse. Taranto: Museo Nazionale Archeologico Taranto.

Davidson, G. R. (1952) “Musical instruments”, στο Corinth. Results of excavations conducted by the American School of Classical Studies at Athens. 12. The minor objects. Σελ. 196-197 με pl. 90. New Jersey: The American School of Classical Studies at Athens.

Dawkins, R. M. (1929) “Bone flutes”, στο R. M. Dawkins (επιμ.), The sanctuary of Artemis Orthia at Sparta. (Journal of Hellenic Studies, Supplement, 5). Σελ. 236-237 με pl. 161-162. London: Macmillan.

Deonna, W. (1938) “Instruments de musique”, στο Délos. 18. Le mobilier délien. 18.1:324-325 & 18.2: pl. 92. Paris: De Boccard.

Dunbabin, T. J. (1962) “Pipes”, στο Perachora: the sanctuaries of Hera Akraia and Limenia. ΙΙ. Σελ. 448-451. Oxford: Clarendon Press.

Fletcher, N. H. & T. D. Rossing (1997) The physics of musical instruments. 2η έκδοση. New York et al.: Springer. (19911).

Furtwängler, A. (1906) “Flötenfragment aus Bein”, στο Aegina. Das Heiligtum der Aphaia. Ι. Σελ. 429 με fig. 337. München: K. B. Akademie der Wissenschaften.

Gevaert, F. A. (1881) Histoire et théorie de la musique de l’ antiquité. II. Gand. (= 1965 Hildescheim).

Hadjiangelakis, Leonidas P. (1995) “Flute from Argithea of Karditsa”, στο Proccedings of a Conference on Physical Modelling in Music, University of Thessalonikē-Programme of Psychoacoustics (IPSA), 10-12 July 1995. Thessalonikē: IPSA, Aristotle University of Thessalonikē.

Hagel, Stefan (2012) «Η ανακατασκευή των αρχαίων μουσικών οργάνων και η αναβίωση της μουσικής», στο Αλεξάνδρα Γουλάκη-Βουτυρά (επιμ.), Ελληνικά μουσικά όργανα. Αναζητήσεις σε εικαστικές και γραμματειακές μαρτυρίες (2000 πΧ-2000 μΧ). Σελ. 91-98. Θεσσαλονίκη: Τελόγλειο Ίδρυμα Τεχνών-Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Hagel, Stefan (2012) “The aulos syrinx”, στο Castaldo, D. & F. Giannachi & A. Manieri (επιμ.), Poesia, musica e agoni nella Grecia antica. Atti del IV convegno internazionale di MOIΣA, Lecce, 28-30 ottobre 2010. (Rudiae. Ricerche sul mondo classico, 23/2011). II. Σελ. 489-518. Galatina-Lecce: Congedo.

Hagel, Stefan (2012) “The Pompeii auloi: improved data and a hitherto unknown mechanism”, στο Ricardo Eichmann & Fang Jianjun & Lars-Christian Koch (επιμ.), Studien zur Musikarchäologie. 8. Sound from the past. The interpretation of musical artifacts in an archaeological context. Papers from the 7th Symposium of the International Study Group on Music Archaeology at the Tianjin Conservatory of Music, Tianjin, China, 20-25 September 2010. Σελ. 103-114. Rahden/Westf.: Marie Leidorf GmbH.

Hagel, Stefan (2012) “How to shoot an aulos. Taking measurements from photographs”, στο Ricardo Eichmann & Fang Jianjun & Lars-Christian Koch (επιμ.), Studien zur Musikarchäologie. 8. Sound from the past. The interpretation of musical artifacts in an archaeological context. Papers from the 7th Symposium of the International Study Group on Music Archaeology at the Tianjin Conservatory of Music, Tianjin, China, 20-25 September 2010. Σελ. 405-414. Rahden/Westf.: Marie Leidorf GmbH.

Hagel, Stefan (2010) “Aulos types and pitches”, στο Ancient Greek music. A new technical history. Σελ. 327-365. Cambridge: Cambridge University Press.

Hagel, Stefan (2010) “Before Aristoxenus. Early auloi”, στο Ancient Greek music. A new technical history. Σελ. 393-413. Cambridge: Cambridge University Press.

Hagel, Stefan (2010) “Understanding the aulos Berlin Egyptian Museum 12461/ 12462”, στο Ellen Hickmann & Lars Christian Koch & Ricardo Eichmann (επιμ.),

Musikalische Wahrnehmung in Vergangenheit und Gegenwart. Ethnographische Analogien in der Musikarchäologie = Musical Perceptions – Past and Present. On Ethnographic Analogy in Music Archaeology. Σελ. 67–87. Rahden: Marie Leidorf.

Hagel, Stefan (2009) “Reconstructing the Hellenistic professional aulos, στο Martinelli, Maria Chiara (επιμ.), La musa dimenticata. Aspetti dell’esperienza musicale greca in età ellenistica. Convegno di studio Pisa, Scuola Normale Superiore, 21-23 settembre 2006. (Seminari e Convegni, 21). Σελ. 227-246. Pisa: Edizioni della Normale.

Hagel, Stefan (2008) “Re-evaluating the Pompeii auloi”, Journal of Hellenic Studies128:52-71.

Hagel, Stefan (2004) “Calculating auloi – The Louvre aulos scale”, στο Ellen Hickmann & Ricardo Eichmann (επιμ.), Studien zur Musikarchäologie. IV. Music-archaeological sources: finds, oral transmission, written evidence. Papers from the 3rd Symposium of the International Study Group on Music Archaeology at Monastery Michaelstein, 9-16 June, 2002. (Orient-Archäologie 15). Σελ. 373-390. Rahden: Marie Leidorf GmbH.

Hogarth, D. G. (1908)            Excavations at Ephesus. The archaic Artemisia. I. Σελ. 194 με pl. 37.12. London: British Museum.

Howard, A. A. (1893) “The aulos or tibia”, Harvard Studies in Classical Philology 4: 1-63.

Landels, John Grey (1999b) “The Brauron aulos”, στο Music in ancient Greece and Rome. Σελ. 271-275. London & New York: Routledge.

Landels, John Grey (1999a) “The aulos”, στο Music in ancient Greece and Rome. Σελ. 24-46. London & New York: Routledge.

Landels, John Grey (1981) “The reconstruction of ancient Greek auloi”, World Archaeology 12:298-302.

Landels, John Grey (1968) “A newly discovered aulos”, Annual of the British School at Athens 63:231-238.

Landels, Lohn Grey (1964) “Fragments of auloi found in the Athenian Agora”, Hesperia 33:392-400.

Landels, John Grey (1963) “The Brauron Aulos”, Annual of the British School at Athens 58:116-119.

Latvinsky, B. (1999) “Greek flutes (auloi) in Central Asia”, στο Monumentum Marcelle Duchesne-Guillemin. Acta Iranica 3rd Series 19:517-543.

Lepore, Lucia (2010) “Gli strumenti musicali locresi tra iconografia”, στο Lucia Lepore & Paola Turi (επιμ.), Caulonia tra Crotone e Locri. II. Σελ. 423-457. Firenze: Firenze University Press.

Letters, R. J. (1969) “The scales of some surviving auloi”, Classical Quarterly 19:266-268.

Marcellino, Antonino (2000) “L’aulos nella Magna Grecia: fonti letterarie, reperti archeologici, iconografia”, στο Ferrari Borassi, Elena & Marco Fracassi & Gianpaolo Gregori (επιμ.), Strumenti, musica e ricerca: Atti del convegno internazionale, Cremona, 28-29 ottobre 1994. Σελ. 23-40. Cremona: Ente Triennale internazionale degli strumenti ad arco.

Marcuse, Sybil (1975) “The aulos”, in A survey of musical instruments. Σελ. 654-659.

Masaraki, D. W. (1974) “Ein Aulos der Sammlung Karapanos”, Mitteilungen des Deutschen Archaologischen Instituts (Athenisches Abteilung) 89:105-121.

Mathiesen, Thomas J. (1999) “Aulos”, στο Apollo’s lyre: Greek music and music theory in Antiquity and the Middle Ages. (Publications of the Center for the History of Music Theory and Literature, 2). Σελ. 177-222. Lincoln & London: University of Nebraska Press.

Mc Kinnon, James W. (1998) “Aulos”, στο Stanley Sadie (επιμ.), The New Grove Dictionary of music and musicians. 2η έκδοση. London: Macmillan.

Mc Kinnon, James W. (1980) “Aulos”, στο Stanley Sadie (επιμ.), The New Grove Dictionary of music and musicians. London: Macmillan.

Kinsler, Lawrence E. & Austin R. Frey (1962) Fundamentals of acoustics. 2η έκδοση. New York at al.: John Wiley & Sons.

Mathiesen, Thomas J. (1999) “Aulos”, στο Apollo’s lyre. Greek music and music theory in Antiquity and the Middle Ages. Σελ. 177-222. Lincoln & London: University of Nebraska Press.

Nederveen, Cornelis Johannes (1969) Acoustical aspects of woodwind instruments. Amsterdam: Frits Knuf.

Olsen, P. R. (1968) “An aulos in the Danish National Museum”, Dansk Aarbog for Musikforskning 1966-1967. Σελ. 3-9.

Olson, Harry F. (1967) Music, physics and engineering. New York: Dover.

Orsi, P. (1917) Locri Epizefiri. Campagne di scavo nella necropolis Lucifero negli anni 1914 e 1915. Notizie degli scavi 14:101-167.

Perrot, Sylvain (2012) “Greek auloi from archaic times in an archaeological context”, στο Ricardo Eichmann & Fang Jianjun & Lars-Christian Koch (επιμ.), Studien zur Musikarchäologie. 8. Sound from the past. The interpretation of musical artifacts in an archaeological context. Papers from the 7th Symposium of the International Study Group on Music Archaeology at the Tianjin Conservatory of Music, Tianjin, China, 20-25 September 2010. Σελ. 315-324. Rahden/Westf.: Marie Leidorf GmbH.

Psaroudakēs, Stelios (2014 υπό δημοσίευση) “The aulos of Poseidonia”, στο Angela Bellia (επιμ.), Music, cults and rites of the Western Greeks. 6th Annual Meeting of MOISA (International Society for the Study of Greek and Roman Music and its Cultural Heritage). 14–16 May, 2013, Agrigento.

Psaroudakēs, Stelios (2013) “TheDaphnē aulos”, GreekandRomanMusicalStudies 1:93-119.

Psaroudakēs, Stelios (2012) “The Hellenistic side flute and the Koilē-Athens instrument”, στο D. Castaldo & F. Giannachi & A. Manieri (επιμ.), Poesia, musica e agoni nella Grecia antica. Atti del IV convegno internazionale di MOIΣA, Lecce, 28-30 ottobre 2010. (Rudiae. Ricerche sul mondo classico, 23/2011). II. Σελ. 519-554. Galatina-Lecce: Congedo.

Psaroudakēs, Stelios (2008) “The aulos of Pydna”, στο Arnd Adje Both, & Ricardo Eichmann & Ellen Hickmann & Lars-Christian Koch (επιμ.), Studien zur Musikarchäologie. VI. Challenges and objectives in music archaeology. Papers from the 5th Symposium of the International Study Group on Music Archaeology at the Ethnological Museum, State Museums Berlin, 19-23 September 2006. (Orient-Archäologie, 22). Σελ. 197-216. Rahden, Westf.: Marie Leidorf GmbH.

Psaroudakēs, Stelios (2002) “The aulos of Argithea”, στο Ellen Hickmann & Anne D. Kilmer & RicardoEichmann (επιμ.), StudienzurMusikarchäologie.III. (Orient-Archäologie, 10). Σελ. 335-366. Rahden: Marie Leidorf GmbH.

Psaroudakēs, Stelios (1994) “Aulos”, στο Tragoidia: towards a description of lexis and melopoiia. PhD Diss. University of Reading. I σελ. 259-385 & IIFig. 84-141 στην πίσω θήκη.

Reichlin-Moser, Paul J. & Barbara [2013] Der Paestum Aulós aus der Tomba del Prete.

Reinach, Théodore (1904) “Tibia”, στο Ch. Daremberg & E. Saglio & E. Pottier (επιμ.), Dictionaire des antiquites grecques et romaines. V. Σελ. 300-332. Paris: Hachette.

Sachs, Curt (1921) Die Musikinstrumente des alten Ägyptens. Berlin.

Sarti, Susanna (2012) “Auloi”, στο Giulio Paolucci & Susanna Sarti (επιμ.), Musica e archeologia: reperti, immagini e suoni dal mondo antico. Roma: Quasar.

Schlesinger, Kathleen (1939) The Greek aulos. A study of its mechanism and of its relation to the modal system of ancient Greek music followed by a survey of the Greek harmoniai in survival or rebirth in folk-music. London: Methuen. (= Groningen 1970).

Sutkowska, Olga (2012) “One of nine tibiae from Villa Rustica in the Vesuvian area re-discovered”, στο Ricardo Eichmann & Fang Jianjun & Lars-Christian Koch (επιμ.), Studien zur Musikarchäologie. 8. Sound from the past. The interpretation of musical artifacts in an archaeological context. Papers from the 7th Symposium of the International Study Group on Music Archaeology at the Tianjin Conservatory of Music, Tianjin, China, 20-25 September 2010. Σελ. 115-126. Rahden/Westf.: Marie Leidorf GmbH.

Sutkowska, Olga (2010) “Etruscan and Greek double pipes: an iconographical comparison of their organology”, στο Marilena Carrese & Emiliano Li Castro &

Maurizio Martinelli (επιμ.), La musica in Etruria. Atti del Convegno Internazionale Tarquinia 18-20 Settembre 2009. Σελ. 79-92.

West, Martin L. (1992) “Auloi”, στο Ancient Greek music. Σελ. 81-109. Oxford: Clarendon Press.

Ziegler, Christiane (1979) Catalogue des instruments de musique égyptiens au Musée du Louvre. (Éditions de la Réunion des Musées Nationaux). Paris: Musée du Louvre, Département des Antiquités Égyptiens.


 

Σημειώσεις

[1]Για αναλυτική περιγραφή του ευρήματος βλ. Psaroudakēs 2013.

[2] Στο Παράρτημα καταγράφονται όλα τα ζεύγη αυλών και τα μεμονωμένα αυλητικά στελέχη που χρησιμοποιήθηκαν στην παρούσα μελέτη.

[3] Οι σωλήνες των σωζόμενων ξύλινων αυλών (Έλγιν και Δάφνης) είναι ενιαίοι.

[4] Για την πρόταση και υποστήριξη του ‘κανόνα’, βλ. Psaroudakēs 2008.

[5] Παραδείγματα αυλών με έξι οπές: Βραυρώνος Α+Β, Κορίνθου G+H, Λοκρών Επιζευφηρίων Ι A+B, Έλγιν, Πύδνας, Ακάνθου, Ποσειδωνίας. Ἐπίσης, τα στελέχη Ακρόπολις C, Περαχώρα C, B΄, C΄, D΄, E΄, F΄, G΄ προέρχονται, αναμφίβολα, από αυλούς με έξι οπές σε κάθε σκέλος.

[6] Παραδείγματα αυλών με πέντε οπές: Κοπεγχάγης, Reading. Επίσης, τα στελέχη Αγορά Η και Περαχώρα Α΄ προέρχονται, αναμφίβολα, από αυλούς με πέντε οπές σε κάθε σκέλος.

[7] Το χαρακτηριστικό αυτό εντοπίζεται στους αυλούς Έλγιν, Πύδνα L και στα στελέχη Αγορά G, Λίνδος F, Περαχώρα G, I. Ο εν λόγω γλυπτός δακτύλιος απουσιάζει από τους αυλούς Ποσειδωνίας, Ακάνθου, Κοπεγχάγης, Λούβρου, Reading, αλλά και από ορισμένα μεμονωμένα σωζόμενα άτρητα στελέχη, που αντιστοιχούν στο άνω μέρος του σωλήνα του αυλού από τον οποίο προέρχονται, πχ Περαχώρα K, L, M, N, O, Q, R.

[8] Είναι περίεργο που στον αυλό της Ποσειδωνίας, όχι μόνον απουσιάζει η αύλακα αυτή, αλλά και το βάθος της θήκης είναι μόνον 5/6 χιλ. – ενώ το σύνηθες βάθος στα σωζόμενα παραδείγματα είναι από 1 έως 1,3 εκ. – καθιστώντας την ένωση λίαν επισφαλή (Psaroudakēs 2014 υπό δημοσίευση).

[9]Εντοπίζεται και στους αυλούς Έλγιν, Ποσειδωνίας, Λούβρου, Ακάνθου, Πύδνας και στα στελέχη Αγορά Η, Ακρόπολη C, Κόρινθος Η, Λοκροί Επιζευφύριοι Ι Β, Περαχώρα Α΄, Β΄, C΄, D΄, E΄, F΄, G΄, Σπάρτη L. Σε ορισμένες περιπτώσεις η απόληξη του σωλήνα παρουσιάζει ελαφρά κωνικότητα στη θέση του δακτυλίου.

[10] Παραδείγματα επιστομίων με τένοντα στην άκρη του λαιμού: Αγορά Α (εικ. 34), Κόρινθος Α, Β, C, E(εικ. 38β-γ), Κορύκειον Α (εικ. 39), Λίνδος G (εικ. 40).

[11] Βλ. Psaroudakēs 2013:102.

[12] Τα σύμβολα Α και Δ σημαίνουν αριστερό και δεξιό σκέλος του αυλού, αντιστοίχως, ενω οι συντομογραφίες ΣΨ, KS, AH, WB, SH, PO, AB αντιστοιχούν στα ονόματα των μελετητών: Σ. Ψαρουδάκης, K. Schlesinger, A. Howard, W. Bentley, S. Hagel, P. Olsen, A. Bélis.

[13] Η τιμή 25,45 προκύπτει από τη διόρθωση του Hagel 2004:380 n. 41 στη συγκεκριμένη μέτρηση της Bélis 1984:113.

[14] Στην περίπτωση, βεβαίως, των αυλών με έξι οπές (Έλγιν, Πύδνα, Ἀκανθος, Ποσειδωνία), η υψηλότερη οπή του κοντύτερου σκέλους δεν έχει αντίστοιχη οπή στο μακρύτερο σκέλος και η βαρύτερη οπή του μακρού σκέλους δεν αντιστοιχεί σε οπή στο κοντό.

[15] Για το συσχετισμό των αντίστοιχων οπών στα δύο σκέλη, προστέθηκε στις αποστάσεις των οπών από την έξοδο του κοντού σκέλους η διαφορά μήκους των δύο σκελών (Α-Δ = 3,5 εκ.), έτσι ώστε η αρχή της μέτρησης να είναι μία, η έξοδος του μακρού σκέλους.

[16] Για το συσχετισμό των αντίστοιχων οπών στα δύο σκέλη, προστέθηκε στις αποστάσεις των οπών από την έξοδο του κοντού σκέλους η διαφορά μήκους των δύο σκελών (Α-Δ = 2,89 εκ.), έτσι ώστε η αρχή της μέτρησης να είναι μία, η έξοδος του μακρού σκέλους.

[17] Η διαφορά μήκους των δύο σκελών του αυλού της Πύδνας είναι 3,14 εκ.

[18]Psaroudakēs 2013:102.

[19] Υπολογισμός μήκους σωλήνα χαμένου, κοντού, σκέλους Δάφνης: μήκος μακρού σωλήνα Ακάνθου (29,16):μήκος σωζόμενου μακρού σωλήνα Δάφνης (22,8) = διαφορά μήκους σωλήνων Ακάνθου (~3) ή διαφορά μήκους σκελών Ποσειδωνίας (3):ζητούμενο μήκος κοντού σωλήνα Δάφνης (ψ) → 29,16:22,8 = 3:ψ → ψ = 2,345 εκ. Συνεπώς, μήκος χαμένου, κοντού, σωλήνα Δάφνης = μήκος σωζόμενου μακρού σωλήνα Δάφνης (22,8)-ψ = 20,454 εκ.

[20] Μήκη μακρών σωλήνων: Ακάνθου 29,16 εκ., Ποσειδωνίας 30 εκ.

[21] Η τιμή 6,9 εκ. προκύπτει με πρόσθεση ενός χιλιοστού στην τιμή της αντίστοιχής της, Α1, όπως έγινε και με τις υπόλοιπες οπές του κοντού σκέλους.

[22] Υπολογισμός της θέσης της οπής V του σωζόμενου, μακρού, σκέλους: μήκος μακρού σωλήνα Ποσειδωνίας (30):μήκος μακρού σωλήνα Δάφνης (22,8) = απόσταση ΑV-Δε Ποσειδωνίας (1,5):απόσταση ΑV-Δε Δάφνης (z) → 30:22,8 = 1,5:z → z = 1,14 εκ.

[23] Προφανώς, η παραδοχή της ύπαρξης οπών τύπου V στον αυλό της Δάφνης απαιτεί αλλαγή της αραβικής αρίθμησης των οπών από την έξοδο προς τα άνω: οι οπές V καθίστανται τώρα οπές Δ1 και Α1 και οι ψηλότερες αναλόγως.

[24]Gevaert 1881:646·Howard 1893·Reinach 1904:305 fig. 6945· Schlesinger 1939:411-420 & pl. 17·Becker 1966:44, 47f.·Baines 1967:200-201 & fig. 18.4·Letters 1969:267-268· West 1992:99·Psaroudakēs 1994 I280-286, IIFig. 102a-f, 103a-b, 104·Αποστόλου1999·Psaroudakēs 2002:363 Pl. 23· Psaroudakēs 2008:210 Fig. 10·Psaroudakēs 2013:109 Pl. V3c, 113 Pl. V5a-b.

[25] Reichlin-Moser 2013· Psaroudakēs 2013:107 Pl. V2c·Psaroudakēs 2014-in print.

[26] Psaroudakēs 2008:213 Fig. 22-25· Psaroudakēs 2013:112 Pl. V4e.

[27] Μπάνου 1997·Psaroudakēs2008·Psaroudakēs 2013:111 Pl. V4b.

[28] Ziegler 1979:96 με fig. 15·Bélis1984·Psaroudakēs 1994 I297-301· Hagel2004.

[29] Olsen 1968·Psaroudakēs 1994 I289-290, IIFig. 111·Psaroudakēs 2002:364 Pl. 24.

[30]Sachs 1921 Taf. xi· Psaroudakēs 1994 I271, IIFig. 94· Hagel 2010.

[31] Landels 1968·Psaroudakēs 1994 I308-309, IIFig. 125.

[32]Boulter 1953· Landels 1964· Psaroudakēs 1994 I261-266, IIFig. 87a-c· Psaroudakēs 2008:210 Fig. 12· Psaroudakēs2013:111 Pl. V4a.

[33]Furtwängler1906· Psaroudakēs 1994 I266, IIFig. 88.

[34]Dunbabin 1962 II:448 n. 3·Bélis 1986·Psaroudakēs 1994 I 261, IIFig. 84a-c, 85·Psaroudakēs 2002:357 Pl. 19.

[35]Ζάχος 2003.

[36]Psaroudakēs2002· Hadjiangelakis 1995.

[37]Psaroudakēs 1994 I267, IIFig. 89a-b.

[38] Landels 1963· Psaroudakēs 1994 I271-272, IIFig. 95· Landels 1999b.

[39]Psaroudakēs 1994 I279, IIFig. 101· Psaroudakēs 2002:362 Pl. 21.

[40] Deonna 1938·Bovon1970·Psaroudakēs 1994 I275-278, IIFig. 99a-i· Psaroudakēs 2012 μεFig. 36, 39-47.

[41]Hogarth 1908· Dunbabin 1962· Psaroudakēs 1994 I287, IIFig. 106a-e· Psaroudakēs 2002:362 Pl. 22.

[42]Psaroudakēs 2013:110 Pl. Vef.

[43]Μαζαράκη 1972·Masaraki1974·Psaroudakēs 1994 I288, IIFig. 109, 110.

[44]Broneer1935:73μεFig. 18·Broneer1947·Davidson1952·Psaroudakēs 1994 I290-292, IIFig. 113· Psaroudakēs 2002:358-361 Pl. 20.1-4.

[45]Bélis1984·Psaroudakēs 1994 I 293-294, IIFig. 114.

[46]Blinkenberg1931·Psaroudakēs 1994 I294-296, IIFig. 115· Psaroudakēs 2008:210 Fig. 13.

[47] Orsi1917:104 fig. 7·Psaroudakēs 1994 I296-297·Lepore 2010.

[48]Beschi2001.

[49] Latvinsky 1999.

[50]Αδημοσίευτο.

[51]Dunbabin 1962·Psaroudakēs 1994 I305-307, IIFig. 120a-d, 121, 122· Psaroudakēs 2008:211 Fig. 14-15·Psaroudakēs 2013:109 Pl. V3d, 110 Pl. V3e, 111 Pl. V4c, 112 Pl. V4d, 114 Pl. V6a-b·

 

[52] Dawkins 1929·Psaroudakēs 1994 I310-312, IIFig. 126·.

[53] Caratelli 1983· Psaroudakēs 1994 I313, IIFig. 128, 129· D’Amicis 1999:30 fig. 14, 31 fig. 15· Lepore 2010:449 υποσ. 42· Bellia 2011:103 fig. 50· Bellia 2012:106 fig. 102.

[54]Bound 1991·Psaroudakēs 1994 I314-316, IIFig. 130·Sarti 2012.

 


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: