Κέντρο Αρχαιομουσικολογίας

Αρχική » Έρευνα » Ο πλαγίαυλος της Κοίλης – τεκμηρίωση, ακουστική μελέτη και ανακατασκευή

Ο πλαγίαυλος της Κοίλης – τεκμηρίωση, ακουστική μελέτη και ανακατασκευή


Χρήστος Τερζής, Αρχαιομουσικολόγος, Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών
Επ. Συνεργάτης Ακαδημίας Αθηνών, ΕΚΠΑ

Αθήνα, Σεπτέμβριος 2014


Το Σεπτέμβριο του 2000 η αρχαιολόγος της Α΄ ΕΠΚΑ Όλγα Βογιατζόγλου, στο πλαίσιο ανασκαφής σε παρόδιο νεκροταφείο επί της αρχαίας οδού Κοίλης στην περιοχή των λόφων Μουσών-Πνύκας-Νυμφών, ανακάλυψε στον τάφο με αριθμό 22/108, εκτός από σκελετικό υλικό δύο νεκρών, έναν οστέινο πλαγίαυλο, πνευστό κυλινδρικού σχήματος μουσικό όργανο, που φέρει κωνικό επιστόμιο για την επαφή με τα χείλη και την είσοδο του αέρα. Ο «πλαγίαυλος της Κοίλης», χαρακτηρίζεται ως πολύτιμο εύρημα στο πεδίο της αρχαιομουσικολογίας καθώς είναι το μοναδικό σωζόμενο ακέραιο εύρημα του είδους. Αποτελείται από πέντε μέρη, τα οποία μολονότι έχουν υποστεί φθορές, εντούτοις μας παρέχουν το σύνολο του απαιτούμενου υλικού που διασφαλίζει την αποκατάσταση και ανακατασκευή του οργάνου.

Ο τάφος 22/108 στο νεκροταφείο της αρχαίας οδού Κοίλης. Φωτ. Ανθέμιον 23, σελ. 30: Όλγα Βογιατζόγλου.

Ο τάφος 22/108 στο νεκροταφείο της αρχαίας οδού Κοίλης. Φωτ. Ανθέμιον 23, σελ. 30: Όλγα Βογιατζόγλου.

Η αρχαιολόγος φέρεται να τοποθέτησε αρχικά την ταφή στον 1ο πΧ – 1o μΧ αιώνα, με την επιφύλαξη της χρονολόγησης των υπόλοιπων κτερισμάτων του τάφου (Psaroudakes 2011:523). Μάλιστα εκτιμήθηκε ότι ένας νεκρός ήταν άνδρας, λόγω μιας σιδερένιας στλεγγίδας που βρέθηκε μαζί με τον πλαγίαυλο. Ωστόσο, η ανασκαφική εικόνα που παρουσίαζε ο συγκεκριμένος τάφος έδινε με σαφήνεια την εντύπωση ότι οι ταφές είχαν διαταραχθεί, ενώ η ενδελεχής εξέταση των ανασκαφικών δεδομένων που ακολούθησε, έδειξε, σύμφωνα με την αρχαιολόγο, ότι τα κτερίσματα στο σύνολό τους ανήκαν στον αρχαιότερο νεκρό. Στο κατώτατο στρώμα τάφου, στο ίδιο επίπεδο μ’ εκείνο του πλαγίαυλου, κάτω από το σκελετικό υλικό, εντοπίστηκαν 353 ατρακτόσχημα μυροδοχεία – αν αθροιστούν  ακέραια μυροδοχεία και θραύσματα – χρυσές κλωστές, ένα ζευγάρι οστέινων ασπιδίων και η λεπίδα ενός ψαλιδιού. Τα στοιχεία πλέον έδειχναν ξεκάθαρα ότι ο ένοικος του τάφου, όπως εξηγεί ερμηνεύοντας τα δεδομένα η κα Βογιατζόγλου στο Ανθέμιον 23:30-34, ήταν, πιθανότατα, γυναίκα, μια πολυαγαπημένη στην εποχή της, άγνωστη όμως σε μας αυλητρίδα, που έφυγε για το τελευταίο της ταξίδι φορώντας χρυσοκέντητο ένδυμα, κάπου μέσα στο 2ο τέταρτο του 2ου πΧ αιώνα.

Η συντήρηση και αποκατάσταση του ευρήματος πραγματοποιήθηκε από τη συντηρήτρια αρχαιοτήτων της Α΄ ΕΠΚΑ, κα. Βασιλική Μυλωνα. Ταυτόχρονα δόθηκε ειδική άδεια μελέτης του αντικειμένου στον Στέλιο Ψαρουδάκη, αρχαιομουσικολόγο, Επ. Καθηγητή της Αρχαίας Ελληνικής Μουσικής στο Παν/μιο Αθηνών. Ο ΣΨ παρακολούθησε από κοντά τη διαδικασία συντήρησης και αποκατάστασης του πλαγίαυλου, πήρε λεπτομερείς μετρήσεις και φωτογράφισε τα μέρη του αντικειμένου. Τα πρώτα πορίσματα της μελέτης του παρουσιάστηκαν στο 4ο συνέδριο της MOISA, στις 29 Οκτωβρίου 2010 στο Lecce της Ιταλίας, και ένα χρόνο αργότερα η μελέτη του δημοσιεύθηκε ολοκληρωμένη στον δεύτερο τόμο του «Poesia, musica e agoni nella Grecia antica;Poetry, Music and Contests in ancient Greece, υπό τον τίτλο «The Hellenistic side Flute and the koilē-Athens instrument«.

Η εργασία του ΣΨ στον πλαγίαυλο της Κοίλης αποτελεί ουσιαστική συμβολή στη μελέτη του είδους αυτού του οργάνου καθώς:

  • για πρώτη φορά, με τη συγκέντρωση και ερμηνεία του συνόλου των ελληνιστικών και ρωμαϊκών απεικονίσεων του οργάνου, αποδείχτηκε με ασφάλεια ότι ο πλαγίαυλος βρισκόταν σε χρήση στον ελλαδικό χώρο από τους ελληνιστικούς χρόνους, αν όχι νωρίτερα. Η νέα αυτή θέση, αλλά και το ίδιο το εύρημα της Κοίλης ανατρέπουν πλήρως την έως πολύ πρόσφατα διατυπωμένη άποψη ότι ο πλαγίαυλος ήταν άγνωστος στην αρχαία Ελλάδα και ότι η γνωστή ετρουτσκική ανάγλυφη απεικόνισή του (τέλη 2ου αρχές 1ου πΧ αι) έχει καταγραφεί ως η αρχαιότερη μαρτυρία του στον ευρωπαϊκό χώρο.[1] Τίθεται, ως εκ τούτου υπό αμφισβήτηση η θέση του Montagu ότι ο πλαγίαυλος εισήχθη στο Βυζάντιο το 10ο αιώνα πιθανότατα από την Ινδία[2].
  • πιο σημαντική, ωστόσο, είναι η κατάθεση αλλά και η ερμηνεία των δεδομένων που το ίδιο το εύρημα της Κοίλης προσφέρει, καθώς ο ΣΨ έδειξε ότι το
    Replica of the Koile Side-flute made on a plastic tube by Stelios Psaroudakes. Photo: Stelios Psaroudakes 2011.

    Ανακατασκευή του πλαγιαύλου της Κοίλης σε πλαστικό σωλήνα από τον Στέλιο Ψαρουδάκη. Φωτ. Stelios Psaroudakes 2011.

    όργανο μπορεί να αποκατασταθεί, διότι, παρά τις φθορές των πέντε στελεχών του οργάνου, είναι δυνατόν να προσδιοριστεί τόσο ακριβές σχήμα, όσο και οι διαστάσεις τους. Μάλιστα, ο ΣΨ προχώρησε και στην ανακατασκευή ενός πρώτου μοντέλου του οργάνου σε πλαστικό σωλήνα πάχους 0,5mm και εσωτερικής διαμέτρου 14mm. Οι ακουστικές μετρήσεις που διεξήγαγε ο ΣΨ στο μοντέλο έδειξαν ότι ο πλαγίαυλος της Κοίλης μπορούσε να κινηθεί τόσο στο διατονικό, όσο και στο χρωματικό γένος. Ωστόσο, δεν αποκάλυψαν την/τις κλίμακα/κες τις οποίες μπορούσε να παραγάγει[3].

Το ζητούμενο της δημιουργίας ενός φυσικού μοντέλου του οργάνου σε ξύλο (σε πρώτη φάση) τέθηκε από την πρώτη στιγμή. Τους τελευταίους μήνες, μετά την επιτυχή ολοκήρωση της κατασκευής των τριών οργάνων (χέλυς, τρίγωνον, αυλός) του Τάφου του Ποιητή, προχώρησα στην ανακατασκευή του «πλαγίαυλου της αυλητρίδας» από τον τάφο της Κοίλης. Αρχικά κατασκεύασα ένα ακριβές αντίγραφο της πρότασης Ψαρουδάκη 2011. Παρατήρησα ότι οι φθόγγοι που παρήγαγε η φυσική κλίμακα του οργάνου (με το άνοιγμα διαδοχικών οπών) προσομοίαζε προς εκείνη του πλαστικού μοντέλου του ΣΨ -με a4 αναφοράς στα 418 Hz-, όμως διαφοροποιούνταν ως προς το άνω τετράχορδο: g4 – a4 – b4 – c5 – c5# – d5 – e5 – f5↑ – f5#↑ – g5#↑. Ασφαλώς, το αποτέλεσμα δεν ήταν ενθαρρυντικό ως προς το άκουσμα -όπως και στο πλαστικό μοντέλο-, καθώς δεν έδιδε την αναμενόμενη συμφωνία φυσικής τέταρτης ή πέμπτης ανάμεσα στους φθόγγους του άνω και κάτω τετραχόρδου που παρήγαγε το μοντέλο. Πολύ δε μάλλον τώρα που πλέον το όργανο έδειχνε ότι στην υψηλή περιοχή απέκλινε από την τονικότητα αναφοράς (φάλτσαρε).

Ωστόσο, με την εισαγωγή  φελλού στην είσοδο του επιστομίου (Στέλεχος Α) και τη διείσδυσή του στο εσωτερικό του σωλήνα μέχρι 2,6 cm, η συχνοτική περιοχή του οργάνου ανέβηκε (A4 αναφοράς 425 Hz), και οι τρεις οξύτεροι φθόγγοι της φυσικής κλίμακας έδειξαν να τείνουν προς τον οξύτερο κατά ημιτόνιο φθόγγο, χωρίς όμως να τον αποδίδουν: g4 – a4 – b4 – c5 – c5# – d5 – e5 – f5#↓ – g5↓ – a5↓. Παρατήρησα,παρά ταύτα, ότι, ύστερα από αυτή την επέμβαση, η φυσική κλίμακα του οργάνου μπορούσε να αποδώσει τουλάχιστον, εκτός του προσλαμβανομένου (g4) δύο όμοια διαζευγμένα διατονικά τετράχορδα (a4-d4) και (e5 – a5), πλέον ενός φθόγγου (c5#) στο βαρύ τετράχορδο. Ο φθόγγος αυτός κάλλιστα υποδηλώνει και τη χρωματική χρήση του οργάνου, πιθανότατα σε συνδυασμό με φθόγγους που θα παράγονταν με συγκεκριμένους δακτυλισμούς (cross-fingering). Αναζήτησα μαρτυρίες πάνω στο εύρημα που θα τεκμηρίωναν τη μετακίνηση των οπών του τρίτου στελέχους του ευρήματος προς τα πίσω. Η μετακίνηση των οπών προς τα πίσω θα ήταν η ενδεδειγμένη επιλογή καθώς έτσι μειώνεται το μήκος της στήλης του παλλόμενου αέρα για τους αντίστοιχους φθόγγους με αποτέλεσμα ο ήχος τους να οξύνεται κατά τι. Έμελλε να καταγραφεί το κατά πόσον.

Οι μετρήσεις του ΣΨ στο στέλεχος C δείχνουν ότι το άνω άκρο της οπής C.I απέχει κατά 2,525cm από την αρχή του στελέχους, δηλαδή κατά 2,35mm από το  άκρο του δεύτερου δακτυλίου, εκεί όπου προσεγγίζει την οπή C.I. Παρατηρώντας, ωστόσο, τη φωτογραφία του στελέχους C στο εύρημα, εντόπισα ότι η ρογμή του άνω άκρου της οπής C.I. φαίνεται σχεδόν να εφάπεται με το άκρο της εξωτερικής σκαφής του στελέχους για την υποδοχή του δακτυλίου, σημείο (αναμενόμενο), στο οποίο το στέλεχος έχει σπάσει. Αυτό σημαίνει ότι η  απόσταση του άνω άκρου της οπής από το δακτύλιο δεν θα πρέπει να ξεπερνούσε το χιλιοστό.

Δεδομένης της έντονης στρέβλωσης και φθοράς του στελέχους, ιδαιτέρως στα άκρα, η ακριβής θέση της οπής C.I. δεν μπορεί να προσδιοριστεί μόνον με την ακριβή μέτρηση της απόστασής της από το σωζόμενο άκρο του στελέχους. Αντιθέτως, η απόσταση της οπής από το άκρο του ίχνους του δακτυλίου, λόγω της μεταξύ τους εγγύτητας αποτελεί ασφαλέστερη μαρτυρία. Γι΄ αυτό το λόγο μετακινώ την C.I κατά 2 χιλιοστά προς τα πάνω, σε απόσταση 18.5 cm από την αρχή του σωλήνα.

Σύνδεση των τμημάτων B-C, του πλαγίαυλου της Κοίλης. Διακρινονται οι δύο άνω οπές για τα δάχτυλα του αριστερού χεριού. Σχέδιο από φωτογραφία Στέλιου Ψαρουδάκη

Σύνδεση των τμημάτων B-C, του πλαγίαυλου της Κοίλης. Διακρινεται η πρώτη οπή και η ελάχιστη απόστασή της από το τμήμα σύνδεσης του στελέχους B με το στέλεχος C.  Σχέδιο από φωτογραφία Στέλιου Ψαρουδάκη

Οι C.T, και C.II, μετακινούνται στις θέσεις 21,1 και 22,4, καθώς οι θέσεις τους λαμβάνονται σε συνάρτηση με τη θέση της C.I. Αντιθέτως, η θέση της οπής  C.III, όπως τεκμηριώθηκε από τον ΣΨ, χάριν στο αποτύπωμα του υλικού από το ταφικό περιβάλλον που άφησε στο εσωτερικό του σωλήνα, επαληθεύεται και ακουστικά στη θέση 25,05cm από την αρχή του σωλήνα, σε διαστηματική απόσταση τόνου από το φθόγγο της D.I. Όσον αφορά τις θέσεις των οπών στο στέλεχος D, αυτές επαληθεύονται πάνω στις μετρήσεις του ΣΨ, με ελάχιστες αποκλίσεις που οφείλονται στον υπολογισμό των αποστάσεων. Με δεδομένο ότι οι D.I και D.IV, απέχουν από τα άκρα των δακτυλίων κατά 0,426 και 0,36 cm αντιστοίχως, οι θέσεις των οπών, υπολογισμένες σύμφωνα με τις μεταξύ τους αποστάσεις καθορίζονται στις θέσεις: D.I:28,7cm, D.II:31.95cm, D:III:34.1cm, D:IV:37.7cm από την αρχή του σωλήνα. (αποκλίσεις <0,5mm ως προς τις θέσεις που καθορίστηκαν από τον ΣΨ). Αντιθέτως η D.T, επαναπροσδιορίζεται σε απόσταση 30,85cm από την αρχή του σωλήνα, καθώς η θέση της τεκμηριώνεται με ασφάλεια ως προς την απόστασή της από τα όρια πάνω στο στέλεχος, στα οποία οι εκατέρωθεν της οπής δακτύλιοι άφησαν τα ίχνη τους (μετρήσεις ΣΨ).

Το όργανο ανακατασκευάστηκε εκ νέου και οι οπές ανοίχτηκαν με ακρίβεια στις νέες θέσεις.

Αρχικά το στέλεχος Α, που φέρει το κωνικό επιστόμιο: Εδώ, παρά τις ενδείξεις του ευρήματος, προστέθηκε χάλκινη κωνική τάπα (και όχι κωνικός δακτύλιος),με δυνατότητα αφαίρεσης ώστε να διασφαλίζεται η τοποθέτηση ή η μετακίνηση του φελλού στην είσοδο του στελέχους. Η απουσία ίχνους οξείδωσης χαλκού στο αναμενόμενο σημείο, δεν αποκλείει την ολοσχερή καταστροφή της μαζί με μέρος του φελλού στο εσωτερικό της λόγω ταφονομικών συνθηκών.

Ακολούθησε η ανακατασκευή του στελέχους B και η σύνδεσή του με το Α.

Κατόπιν, στα A, B προστέθηκε το στέλεχος C. Φέρει τέσσερις οπές: 3 για το δείκτη μέσο και παράμεσο του αριστερού χεριού και μία κάτω για τον αριστερό αντίχειρα.

΄Υστερα, ανακατασκευάστηκε και συνδέθηκε το στέλεχος D. Φέρει πέντε οπές: 4 για το δείκτη, μέσο, παράμεσο και μικρό του δεξιού χεριού και μία κάτω για τον δεξιό αντίχειρα.

Στο τέλος προστέθηκε το στέλεχος E, το οποίο φέρει την ιδιαίτερου σχήματος οπή που αποδίδει το βαθύτερο φθόγγο του οργάνου (g4). Το ιδιαίτερο σχήμα της και οι δυνατότητες χρήσης της είναι δυνατόν να αποτελέσουν αντικείμενο επόμενου στάδιου της έρευνας.

Ακολούθησαν δοκιμές και μετρήσεις των παραγόμενων φθόγγων πάνω στο μοντέλο. Τα αποτελέσματα των δοκιμών αποκαλύφθηκαν εντυπωσιακά: το μοντέλο μπορεί να αποδώσει τη χρωματική διαδοχή από το g4 έως το a5#, ενώ με υπερφύσημα αποδίδονται οι φθόγγοι κατά μια όγδοη υψηλότερα έως το a#6. Εντύπωση ως προς το κούρδισμα του οργάνου αποτελεί το γεγονός ότι, παρά την απόκλιση των c και c# προς τα πάνω και προς τα κάτω ως προς τις θεωρητικές τους τιμές αντιστοίχως, αυτά βρίσκονται σε συμφωνία με τα f5 kai f5# του οξύτερου τετράχορδου.Τα δεδομένα των δοκιμών και των μετρήσεων καταγράφηκαν και παρουσιάζονται στα παρακάτω διαγράμματα:

Ακουστικό διάγραμμα του πλαγίαυλου της Κοίλης I.

Ακουστικό διάγραμμα του πλαγίαυλου της Κοίλης I. Αριστερά με μπλε χρώμμα οι φθόγγοι (σε Hz) και οι αποκλίσεις τους από τις θεωρητικές τιμές (σε cents) που αποδίδονται με διαδοχικό κλείσιμο των οπών. Δεξιά τα μεγέθη των παραγόμενων τέταρτων, πέμπτων και ογδόων σε cents. Κούρδισμα πυθαγόρειο, φυσικών διαστημάτων. La4 αναφοράς: 425Hz.

Ακουστικό διάγραμμα του πλαγίαυλου της Κοίλης I. Αριστερά με μπλε χρώμμα οι φθόγγοι (σε Hz) και οι αποκλίσεις τους από τις θεωρητικές τιμές (σε cents) που αποδίδονται με διαδοχικό κλείσιμο των οπών. Δεξιά τα μεγέθη των παραγόμενων τέταρτων, πέμπτων και ογδόων σε cents. Κούρδισμα πυθαγόρειο, φυσικών διαστημάτων. La4 αναφοράς: 425Hz.

Ακουστικό διάγραμμα του πλαγίαυλου της Κοίλης II. Αριστερά με κόκκινο χρώμμα οι φθόγγοι (σε Hz) και οι αποκλίσεις τους από τις θεωρητικές τιμές (σε cents) που αποδίδονται με συνδυασμούς κλεισίματος οπών (δακτυλισμοί). Με μώβ χρώμα, κάτω τα G#4 και Α#4, παράγονται μόνο με μερικό κλείσιμο των οπών DIV και D.III αντιστοίχως. Δεξιά τα μεγέθη των παραγόμενων τέταρτων, πέμπτων και όγδοων σε cents. Κούρδισμα φυσικό, πυθαγόρειο. a4 αναφοράς: 425Hz. Ηχητική οπή μαύρη/λευκη/μισή-μισή: κλειστή/ανοιχτή/ημίκλειστη.

Ακουστικό διάγραμμα του πλαγίαυλου της Κοίλης II. Αριστερά με κόκκινο χρώμμα οι φθόγγοι (σε Hz) και οι αποκλίσεις τους από τις θεωρητικές τιμές (σε cents) που αποδίδονται με συνδυασμούς κλεισίματος οπών (δακτυλισμοί). Με μώβ χρώμα, κάτω τα G#4 και Α#4, παράγονται μόνο με μερικό κλείσιμο των οπών DIV και DIII αντιστοίχως. Κούρδισμα πυθαγόρειο, φυσικών διαστημάτων. La4 αναφοράς: 425Hz.

Ακουστικό διάγραμμα του πλαγίαυλου της Κοίλης II. Αριστερά με κόκκινο χρώμμα οι φθόγγοι (σε Hz) και οι αποκλίσεις τους από τις θεωρητικές τιμές (σε cents) που αποδίδονται με συνδυασμούς κλεισίματος οπών (δακτυλισμοί). Με μώβ χρώμα, κάτω τα G#4 και Α#4, παράγονται μόνο με μερικό κλείσιμο των οπών DIV και DIII αντιστοίχως. Κούρδισμα πυθαγόρειο, φυσικών διαστημάτων. La4 αναφοράς: 425Hz.

Ενδεικτικά, ένα πρώτο άκουσμα του οργάνου δίδεται στον ακόλουθο σύνδεσμο. Εδώ αποδίδεται το μέλος του Ύμνου στη Νέμεση (Εις Νέμεσιν) του Μεσομήδη, λυρικού ποιητή της εποχής του Αδριανού, στην ανακατασκευή του πλαγίαυλου της Κοίλης. Ο Ύμνος αυτός μαζί με δύο ακόμα ύμνους (Εις ήλιον και Εις Μούσαν) διασώθηκε μέσω της χειρόγραφης παράδοσης με αρχαιοελληνική μουσική σημειογραφία. Η έκδοση του ύμνου και η μεταγραφή του μέλους του στην ευρωπαϊκή μουσική σημειογραφία είναι των Poehlmann-West (2001). Ανακατασκευή ρέπλικας και απόδοση από τον υπογραφόμενο.


[1] «The transverse flute was unknown also in ancient Greece (a statue illustrated by Wegner (1963) is a fragmentary late Roman copy with a very small piece of something next to the figure’s mouth; there is no evidence that this is the remains of a flute). One well-known late Etruscan relief of the late 2nd or early 1st century BCE, carved on an urn or sarcophagus in the tomb of the Volumnii family near Perugia, has been identified as the first European illustration of a transverse flute. There is no other evidence for the transverse flute in Etruria or Rome, whereas there is frequent evidence for the plagiaulos, a reed instrument played transversely; thus, while the Volumni relief does look much like a transverse flute, it should be regarded with some suspicion.» Montagu Jeremy, s.v. ‘Flute. i. general’, in S. Sadie – J. tyrrell (eds.), The new Grove dictionary of music and musicians, 2nd ed., Oxford 2001:31.

[2] «It is usually assumed that it was from India that the transverse flute migrated into Byzantium in the 10th century, at which period it began to appear in manuscript illuminations, and thus came into Europe.» Montagu 2001:31.

[3] Ο ΣΨ πραγματοποίησε ακουστική σύγκριση των φθόγγων του πλαστικού μοντέλου με τους φθόγγους του πιάνου (A4 αναφοράς: 442Hz).


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: