Κέντρο Αρχαιομουσικολογίας

Αρχική » Έρευνα » Η παράδοση των αρχαιοελληνικών μουσικοθεωρητικών πραγματειών: ομαδοποιήσεις και χρονική τους τοποθέτηση

Η παράδοση των αρχαιοελληνικών μουσικοθεωρητικών πραγματειών: ομαδοποιήσεις και χρονική τους τοποθέτηση

Προσεχώς

Δεν βρέθηκαν events για το άμεσο μέλλον

Αρχείο

Η εικόνα του σύγχρονου ερευνητή για τον αρχαιοελληνικό μουσικό πολιτισμό βασίζεται στις διάσπαρτες, πολλές φορές μάλιστα αποσπασματικές, πληροφορίες, που αντλούμε αφ’ ενός από το αρχαιολογικό υλικό (μουσικά όργανα, εικονογραφία) αφ’ ετέρου από τα κείμενα και τις παρτιτούρες. Εκτός από τις αναφορές στη μουσική στα ποικίλα έργα της γραμματείας, διαθέτουμε και έναν αριθμό ειδικών περί μουσικής πραγματειών που χρονολογούνται από τον 4ο πΧ έως τον 10ο μΧ αιώνα, και που μας παραδόθηκαν σε χειρόγραφα, τα οποία αντιγράφηκαν από τον 11ο έως τον 17ο αιώνα.

Ο Jan, στο βιβλίο του Musici Sriptores Graeci του 1895, παραδίδει σχολιασμένο κατάλογο με 210 χειρόγραφα.(1) Αργότερα, ο Thomas Mathiesen σε τόμο της γνωστής μουσικολογικής σειράς RISM, το 1988, παραδίδει παρόμοιο κατάλογο με 79 επιπλέον χειρόγραφα, σύνολο 299.(2) Δεκαοκτώ από αυτά χρονολογούνται μεταξύ 11ου και 13ου αιώνα, 27 τοποθετούντσι στον 14ο, 56 στον 15ο, 169 στον 16ο και 29 στον 17ο.(3)

Ο μεγάλος αριθμός χειρογράφων του 16ου αιώνα υποδηλώνει, ασφαλώς, το ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αρχαία ελληνική μουσική κατά την Αναγέννηση.(4) Όμως, η συσσώρευση αυτή έχει δημιουργήσει προβλήματα στη μελέτη της παράδοσης των πραγματειών. Είναι γεγονός ότι ορισμένες πραγματείες παραδίδονται μαζί, και μάλιστα πολλές φορές με την ίδια σειρά: στην ομάδα [Α] 2006_Byz_1 ανήκουν ο Πτολεμαίος με τον Πορφύριο· στην δεύτερη ομάδα [Β] εντάσσονται οι Αριστείδης Quintilianus, Ανώνυμοι Bellermann, Βακχείος, Διονύσιος και Μεσομήδης. Όπως θα δούμε παρακάτω η ομάδα αυτή χωρίζεται σε δύο υποομάδες: [Β1] Αριστείδης, Ανώνυμοι και [Β2] Βακχείος, Διονύσιος, Μεσομήδης· στην τρίτη, τέλος, ομάδα [Γ] ανήκουν οι Κλεονείδης, Ευκλείδης, Αριστόξενος και Αλύπιος. Και η ομάδα αυτή χωρίζεται σε δύο υποομάδες: [Γ1] Κλεονείδης, Ευκλείδης και [Γ2] Αριστόξενος, Αλύπιος.

Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: Σε ποια περίοδο πραγματοποιήθηκε η σύζευξη αυτή: το μεσαίωνα (10ο – 14ο αιώνα) ή κατά την όψιμη αρχαιότητα (2ο – 6ο αι.); το ζήτημα μπορεί να φωτιστεί αν εξετάσουμε τη δομή δύο σημαντικών βενετικών χειρογράφων που χρονολογούνται ανάμεσα στον 12ο και τον 13ο αιώνα.

Ο  Venetus Marcianus Appendicis Classis VI/10 (Mathiesen 273, 13ος αι.(5))2006_Byz_2 διαιρείται σε δύο μέρη:(6) το πρώτο μέρος περιέχει τους Πτολεμαίο – Ψευδο-Πλούταρχο και εν μέρει Πορφύριο(7) και το δεύτερο, τους Αριστείδη Quintilianus – Ανωνύμους Bellermann – Βακχείο – Διονύσιο και Μεσομήδη.(8) Ο Düring απέδειξε ότι οι Πτολεμαίος και Πορφύριος έχουν κοινή παράδοση.(9) Από τις εκδόσεις των Αριστείδη (Winnington–Ingram το 1963), Ανωνύμων (Najock το 1979) και του Μεσομήδη (Pöhlmann–West το 2001) είναι φανερό ότι και αυτές οι πραγματείες έχουν κοινή παράδοση.(10) Από τη δική μου, προσωπική μελέτη της πραγματείας με τίτλο Τέχνη μουσική του Διονυσίου στα πλαίσια της διδακτορικής διατριβής μου, αλλά και της παράδοσης του Βακχείου,(11) διαπίστωσα ότι η παράδοση των εν λόγω πραγματειών σχεδόν συμπίπτει με την παράδοση των Αριστείδη, Ανωνύμων και Μεσομήδη(12).

Ο Πτολεμαίος και ο Πορφύριος του πρώτου μέρους του εν λόγω χειρογράφου 2006_Byz_3προέρχονται από το υπαρχέτυπο m του Düring, ενώ όλο το β΄ μέρος του κατάγεται από το αρχέτυπο ωβ του Winnington-Ingram για τον Αριστείδη, του Najock για τους Ανωνύμους και των Pöhlmann-West για τον Μεσομήδη. Tο αρχέτυπο αυτό χρονολόγησε ο Najock στον 10ο αιώνα.(13) Η διαίρεση, επομένως, του κώδικα σε δύο μέρη και η κοινή παράδοση της ομάδας Πτολεμαίος-Πορφύριος από τη μια και της ομάδας Αριστείδης-Ανώνυμοι-Βακχείος -Διονύσιος-Μεσομήδης από την άλλη οδηγούν στη διαπίστωση ότι το ΧΦ 273 χρησιμοποίησε δύο πρότυπα: το υπαρχέτυπο m του Düring, και το κοινό αρχέτυπο ωβ των τριών προαναφερθέντων εκδοτών.

Δείξαμε ότι η ομάδα Αριστείδης-Ανώνυμοι-Βακχείος-Διονύσιος-Μεσομήδης θα πρέπει να προϋπήρχε στο αρχέτυπο ωβ του 10ου αιώνα. Πόσο παλαιότερη, όμως, είναι η συγκρότηση της ομάδας αυτής των πραγματειών; Στο ερώτημά μας υπάρχει απάντηση στην οποία φτάνουμε ως εξής: ένα οκτάστιχο επίγραμμα που έπεται της πραγματείας του Διονυσίου, μας πληροφορεί ότι η υποομάδα Β2, Βακχείος-Διονύσιος, αφιερώνεται από το Διονύσιο στον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο, επομένως η ομάδα Βακχείος-Διονύσιος-Μεσομήδης συστήθηκε, με βεβαιότητα στον 10ο αιώνα και από εκεί πέρασε αναλλοίωτη στο αρχέτυπο ωβ.

Όσον αφορά την υποομάδα Β1 Αριστείδης-Ανώνυμοι,2006_Byz_4 το αρχέτυπο ωβ δεν καθιστά σαφές ότι μετά το τέλος του Περὶ μουσικῆς του Αριστείδη ξεκινά νέα πραγματεία. Στα τρία αρχαιότερα χειρόγραφα των έργων, το εν λόγω βενετικό (Mathiesen 273) και ακόμα δύο (Mathiesen 203 & 176), το πέρας του Αριστείδη και η αρχή των Ανωνύμων απαντούν στην ίδια σελίδα. Μάλιστα, στο ΧΦ 273 απουσιάζουν η σφραγίδα του Αριστείδη και ο τίτλος των Ανωνύμων, στο ΧΦ 203 η σφραγίδα του Αριστείδη βρίσκεται στο περιθώριο και οι Ανώνυμοι τιτλοφορούνται με τη φράση Τέχνη μουσικῆς, και στο ΧΦ 176 η σφραγίδα του Αριστείδη έχει μετατοπιστεί και εμφανίζεται ως τίτλος στην πραγματεία των Ανωνύμων. Συνάγουμε, επομένως, ότι καί οι εκπρόσωποι της υποομάδας Β1 Αριστείδης-Ανώνυμοι μεταφέρθηκαν στο αρχέτυπο ωβ συνδεδεμένοι.

Πόσο παλαιά είναι όμως η σύσταση της υποομάδας Β1; Ο Najock έδειξε παλαιογραφικά ότι σε μια φθαρμένη σελίδα του ΧΦ 273 εμφανίζεται κεφαλαιογράμματη γραφή. Πρόσεξε, επίσης, ότι οι παράγραφοι 1-28 αποτελούν συρραφή δύο μικρότερων έργων που πραγματεύονται ζητήματα ρυθμοποιίας (§1-11) και μελοποιίας (§12-28). Ακολούθως, διαπίστωσε ότι οι παράγραφοι 29-104 εμπεριέχουν σχεδόν αυτούσια τα παραπάνω μέρη στα σημεία (§83-93) και (§29-66) αντιστοίχως. Αυτό οδήγησε το Najock στο συμπέρασμα ότι οι Ανώνυμοι στο σύνολό τους αποτελούν συρραφή μιας παλαιότερης συρραφής, όπου το πρώτο τμήμα (§1-28) έχει ενσωματωθεί στην αρχαιότερη συρραφή. Βασισμένος στα στοιχεία αυτά τοποθέτησε τη δεύτερη συρραφή μεταξύ 5ου και 6ου αιώνα.(14) Αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι την εποχή εκείνη υπήρχε η τάση να συμπεριλαμβάνονται κείμενα άγνωστης προέλευσης στο σώμα γνωστών συγγραφέων ώστε να αυξάνονται οι πιθανότητες διάσωσής τους μπορούμε να υποθέσουμε με σχετική ασφάλεια –όπως ορθώς ισχυρίζεται ο Pöhlmann– ότι ενδεχομένως ο συντάκτης των Ανωνύμων τούς προσάρτησε στο έργο του Αριστείδη δημιουργώντας ένα νέο συλλογικό κώδικα.(15) Έκτοτε τα δύο έργα παραδόθηκαν συνδεδεμένα.

2006_Byz_5Ο Venetus Marcianus Appendicis Classis VI/3 (Mathiesen 270) του 12ου αιώνα(16) περιλαμβάνει τον Κλεονείδη, τον Ευκλείδη, τα Ἁρμονικά του Αριστόξενου, τον Αλυπίο και τα Ρυθμικά του Αριστόξενου.(17) Από τις εκδόσεις των Ἁρμονικῶν του Αριστόξενου από την Da Rios (το 1954), του Κλεονείδη από τον Solomon (το 1980), των Ῥυθμικῶν του Αριστοξένου από τον Pearson (το 1990) και της Κατατομῆς του Ευκλείδη από τον Barbera (το 1991) προκύπτει ότι αυτά τα έργα έχουν κοινή, ως επί το πλείστον, παράδοση:(18)

Η παράδοση του Ευκλείδη2006_Byz_6 ανάγεται σε δύο υπαρχέτυπα, από τα οποία κατάγονται το εν λόγω ΧΦ 270 και ένα δεύτερο χειρόγραφο, το ΧΦ 234.(19) Το 270 αποδίδει στον Ευκλείδη το δικό του έργο, αλλά και εσφαλμένα εκείνο του Κλεονείδη.(20) Στο ΧΦ 234 το έργο του Κλεονείδη αποδίδεται σωστά στο συγγραφέα του, ενώ μετά το πέρας του, στην ίδια σελίδα χωρίς τη μεσολάβηση της σφραγίδας του Κλεονείδη, ακολουθεί η Κατατομὴ του Ευκλείδη, χωρίς, όμως, να δίδεται το όνομά του παρά μόνον ο τίτλος Περὶ φθόγγων.(21) Απ’ αυτό συνάγουμε ότι στο αρχέτυπο ωγ θα πρέπει να υπήρχαν καί τα δύο ονόματα του Κλεονείδη για την Εἰσαγωγὴ και του Ευκλείδη για την Κατατομή. Άλλωστε, –όσον αφορά την διπλή εμφάνιση του ονόματος του Ευκλείδη στο ΧΦ 270– δύο πραγματείες που περιέχουν εντελώς διαφορετικές σχολές αρμονικής θεώρησης δεν είναι δυνατόν να ανήκουν στον ίδιο συγγραφέα.(22) Επομένως, αν σωστά τοποθετεί ο Solomon τον Κλεονείδη στον 2ο αιώνα,(23) δεν είναι καθόλου απίθανο να ομαδοποιήθηκε ο Κλεονείδης με τον Ευκλείδη, αφ’ ενός για να διασωθεί το έργο του άσημου Κλεονείδη, αφ’ ετέρου για να δημιουργηθεί ένας περιεκτικότερος και ως εκ τούτου χρησιμότερος κώδικας, αφού θα περιείχε καί τις δύο αρμονικές θεωρήσεις. Ο Barbera τοποθετεί αυτή την ομαδοποίηση μετά την εποχή του Πτολεμαίου, ενώ ο Pöhlmann δεν αποκλείει να συνέβη ακόμα και στον 3ο αιώνα.(24) Παρά ταύτα, αν και ο συλλογισμός των δύο μελετητών φαίνεται ορθός, εν τούτοις μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η ομαδοποίηση αυτή θα πρέπει να συνέβη δύο με τρεις αιώνες αργότερα.(25)

Ως προς την υποομάδα Γ2 Αριστόξενος Ἁρμονικά-Αλύπιος-Αριστόξενος Ῥυθμικά, είναι πολύ πιθανόν οι πραγματείες να αντιγράφηκαν από κώδικες και όχι από παπύρους καθ’ όσον, οι απώλειες βρίσκονται στο τέλος των έργων και όχι στην αρχή τους, όπως θα ήταν πιθανόν να συμβεί αν η αντιγραφή είχε γίνει από παπύρους.(26) Ως γνωστόν, ένας κώδικας είναι πιθανό να παρουσιάσει φθορές στα τελευταία του φύλλα. Αν υποθέσουμε ότι κάθε πραγματεία ξεχωριστά συμπλήρωνε αρχικώς έναν ολόκληρο κώδικα, μπορούμε να αποδώσουμε τις απώλειες κειμένου στο τέλος των έργων στη φυσική φθορά των κωδίκων που αρχικώς τα περιείχαν. Όμως, η εξάπλωση του βιβλίου με τη μορφή του κώδικα παρατηρείται μετά τον τέταρτο αιώνα. Θα μπορούσαμε, επομένως, να υποθέσουμε πως ένας συλλέκτης του 5ου-6ου –πιθανώς ο ίδιος που συνένωσε τον Αριστείδη με τους Ανωνύμους–, ενοποίησε τους Κλεονείδη-Ευκλείδη από τη μια και τους Αριστόξενο Ἁρμονικά-Αλύπιο-Αριστόξενο Ῥυθμικά από την άλλη σε έναν συλλογικό κώδικα. Διασφάλισε, έτσι, την επιβίωση των έργων αυτών, καθώς ένα μόνο έργο, ιδίως αποσπασματικό (πχ τα Ῥυθμικά του Αριστόξενου), είχε περισσότερες πιθανότητες να διαιωνιστεί μέσα σε μια ομάδα συναφών έργων, όταν, μάλιστα, αυτά καλύπτουν ένα μεγάλο φάσμα των αρχαιοελληνικών μουσικοθεωρητικών τοποθετήσεων.(27)

Οι ομάδες λοιπόν των έργων που προαναφέρθηκαν, φαίνεται να συστάθηκαν κατά την ύστερη αρχαιότητα (5ος – 6ος  αι.),  και μέσω των συλλογών που προέκυψαν –ενδεχομένως κάτω από την ομπρέλα ενός δημοφιλούς συγγραφέα (πχ Ευκλείδης, Αριστείδης Quintilianus)– εξασφάλισαν την διαιώνιση τους. Βεβαίως, άλλες πραγματείες όπως αυτή του Γαυδεντίου (3ος – 4ος αι.) ή το Ἐγχειρίδιον του Νικομάχου (περ. 100μΧ) δεν φαίνεται να παραδόθηκαν σε ομάδες. Αυτό, πιθανότατα –κατά τη γνώμη μου– σημαίνει ότι οι πραγματείες αυτές, ίσως λόγω της φήμης των συγγραφέων τους, διέθεταν την δέουσα δυναμική ώστε να μην κινδυνεύσει η παράδοσή τους. Άλλωστε, ο Cassiodorus τον 6ο αιώνα μας πληροφορεί ότι το έργο του Γαυδεντίου έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης την εποχή του.(28) Ίσως το ίδιο να συνέβαινε και με τα έργα του Νικομάχου. Η ένταξη των έργων αυτών στο Corpus των αρμονικών πραγματειών φαίνεται να συνέβη πολύ αργότερα,  ίσως κατά τον 10ο αιώνα· Στην περίπτωση μάλιστα του Νικομάχου, το εγχειρίδιο είχε εξασφαλίσει την παράδοσή του, όχι μόνο χάρη στη φήμη του ονόματος του συγγραφέα του, αλλά και ως έργο που προσκολλήθηκε στην παράδοση της φημισμένης Ἀριθμητικῆς εἰσαγωγῆς του.

Βιβλιογραφία

 

Barbera André, “The consonant eleventh and the expansion of the musical tetractys: A study in ancient Pythagoreanism”, Journal of music theory 28 (1984), σσ. 191–223.

Barbera André (εκδ.), The Euclidean Division of the canon. Greek and Latin sources, Lincoln and London 1991.

Da Rios Rosetta (εκδ.), Aristoxeni Elementa harmonica, Roma 1954.

Düring Ingemar (εκδ.), Die Harmonielehre des Klaudios Ptolemaios, Göteborg 1930.

Düring Ingemar (εκδ.), Porphyrios Kommentar zur Harmonielehre des Ptolemaeus, Göteborg 1932.

Jan Carl von (εκδ.), Musici scriptores graeci, Leipzig: 1995 (= Stuttgart & Leipzig 1895).

Mathiesen Thomas, Ancient Greek music theory; a cataloge raisonne of manuscripts. (Répertoire internationale des sources musicales–RISM, B XI), Münich 1988.

Mathiesen Thomas, “Ars Critica and Fata Libellorum: The Significance of Codicology to Text Critical Theory”, en A. Barberá (ed.), Music Theory and Its Sources, University of Notre Dame Press 1990, σσ.19-37.

Mynors R. A. B. (εκδ.), Cassiodori Senatoris institutiones, Oxford 1937.

Najock Dietmar, Drei anonyme griechische Traktate über die Music. Eine kommentierte Neuausgabe des bellermannschen Anonymus, (Göttinger Musikwissenschaftliche Arbeiten, 2), Kassel 1972.

Najock Dietmar (εκδ.), Anonyma de musica scripta Bellermanniana, Leipzig 1975.

Pearson Lionel (εκδ.), Elementa Rhythmica; the fragment of book II and the additional evidence for aristoxenean rhythmic theory, Oxford 1990.

Pöhlmann Egert, “Musiktheorie in spätantiken Sammelhandschriften”, στο Anton Bierl & Peter von Möllendorff (επιμ.), Orchestra, Drama, Mythos, Bühne, Stuttgart 1994, σσ. 182–94.

Pöhlmann Egert & M. L. West (εκδ.), Documents of ancient Greek music. The extant melodies and fragments edited and transcribed with commentary, Oxford: 2001.

Pöhlmann Egert & Ιωάννας Σπηλιοπούλου, Η αρχαία ελληνική μουσική στο πλαίσιο της αρχαίας ελληνικής ποίησης, Κέρκυρα 2007.

Prato Giancarlo, “I manoscritti greci dei secoli XIII e XIV: note paleografiche” στο Studi di paleografia greca (Collectanea, 4), Spoleto 1994, σσ. 115–132.

Solomon Jon, Cleonides Eisagogē Harmonikē: a critical edition, translation and commentary, Phd thesis, University of North Carolina 1980.

Solomon Jon, “Vaticanus gr. 2338 and the Eisagoge Harmonike,» Philologus 127 (1984), σσ. 247-253.

Τερζή Χρήστου, Διονυσίου Τέχνη μουσική: κριτική έκδοση. Διδακτορική διατριβή, Αθήνα, 2008.

Winnington–Ingram R. P. (εκδ.), Aristides Quintiliani De musica libri tres, Leipzig 1963.

Σημειώσεις

(1) Βλ. Jan 1995, σσ. xi-xci.

(2) Βλ. Mathiesen 1988.

(3) Βλ. Pöhlmann & Σπηλιοπούλου 2007, σ. 218.

(4) Βλ. Mathiesen 1990, σσ. 19-37.

(5) Αν και ο Mathiesen (1988, σ. 716) τοποθετεί την δημιουργία του αντιγράφου στα τέλη του 12ου αι ή το αργότερο στις αρχές του 13ου, εντόπισα ότι το χειρόγραφο εμφανίζει τον ιδιαίτερο τύπο γραφής, γνωστό ως “fettaugen mode”. Επιπροσθέτως, η γραφή του ΧΦ 273 παρουσιάζει μεγάλη ομοιότητα με εκείνη μιας ομάδας χειρογράφων του 13ου και 14ου αι., που μελέτησε ο Prato (1994, σσ. 115-132 και Πίν. 1-24). Γι’ αυτό επαναπροσδιόρισα την χρονολόγηση της δημιουργίας του ΧΦ 273 στο β΄ μισό του 13ου αι ή, ενδεχομένως, στις αρχές του 14ου· βλ. Τερζής 2008, σ. xlvi & σημ. 24.

(6) Βλ. Najock 1972, σ. 36· πβ Mathiesen 1988, σ. 718 και 1990, σ. 28, Pöhlmann 1994, σ. 187.

(7) Τα Ἁρμονικὰ του Πτολεμαίου σε τρία βιβλία αναπτύσσονται στα φύλλα 1r-60r· το Περὶ μουσικῆς του Ψευδο-Πλουτάρχου, στα φύλλα 61r-77v· το Ὑπόμνημα, τέλος, του Πορφυρίου στα Ἁρμονικὰ του Πτολεμαίου, αραδίδεται στα φύλλα 78r-145v του κώδικα. Βλ. Mathiesen 1988, σ. 717.

(8) Τα τρία βιβλία του Περὶ μουσικῆς του Αριστείδη Quintilianus αναπτύσσονται στα φύλλα 146r-191r, οι Ανώνυμοι του Bellermann στα φύλλα 191r-197v, η Εἰσαγωγὴ του Βακχείου στα 198r-203r, η Τέχνη μουσικὴ του Διονυσίου στα 203r-205r και οι Ύμνοι του Μεσομήδη αναπτύσσονται στα φύλλα 205v-206r. Βλ. Mathiesen 1988, σσ. 717-19.

(9) Αυτό το συνάγουμε από το κοινό στέμμα των εκδόσεων των δύο κειμένων· βλ. Düring 1930, σ. lxix· πβ Düring 1932, σ. xxix.

(10) Και οι τρεις εκδότες κατέληξαν σε κοινό στέμμα· βλ. Winnington-Ingram 1963, σσ. xi, xviii· πβ Najock 1975, σ. xix και Pöhlmann & West 2001, σσ. 105, 108.

(11) Η παράδοση της πραγματείας του Βακχείου δεν έχει ακόμη μελετηθεί διεξοδικά. Υποθέτουμε, όμως, ότι είναι σχεδόν ταυτόσημη με αυτήν του Διονυσίου. Αυτό φαίνεται και από το ότι η Τέχνη μουσική του Διονυσίου παραδίδεται σε 23 χειρόγραφα και η Εισαγωγὴ του Βακχείου σε 29, εκ των οποίων τα 22 περιλαμβάνουν και τις δύο πραγματείες· βλ. Mathiesen 1988, σσ. 782 & 784.

(12) Βλ. Τερζή 2008, σσ. lxvii, lxxi.

(13) Βλ. Najock 1972, σ. 59. Εφ’ όσον δεχόμαστε ότι ο Διονύσιος έζησε τον 10ο αιώνα, και με την προϋπόθεση ότι το κείμενό του περιλαμβάνεται στο αρχέτυπο των Winnington–Ingram και Najock είναι λογικό να δεχόμαστε επίσης ότι ο 10ος αιώνας αποτελεί terminus ante quem, όσον αφορά την παράδοση των τριών πραγματειών και των ύμνων του Μεσομήδη. Το χρονικό αυτό όριο αφορά την κοινή τους παράδοση από τον 10ο αιώνα και ύστερα και δεν έχει να κάνει με το χρόνο συγγραφής κάθε πραγματείας ξεχωριστά, που γνωρίζουμε ότι για μεμονωμένες πραγματείες ήταν προγενέστερος (πχ Αριστείδης Quintilianus, Ανώνυμοι), σε καμμία όμως περίπτωση μεταγενέστερος· βλ. Τερζής 2008, σ. xli, & σημ. 92.

(14) Βλ. Najock 1972, σσ. 58-61.

(15) Βλ. Pöhlmann 1994, σ. 191.

(16) Βλ. Mathiesen 1988, σ. 709.

(17) H Εὐκλείδου[sic.] Εἰσαγωγὴ του Κλεονείδη αναπτύσσεται στα φύλλα 1r-9r, η Κατατομὴ κανόνος του Ευκλείδη στα φύλλα 9r-17r, τα τρία βιβλία των Ἁρμονικῶν του Αριστοξένου στα 17r-66v, η Εἰσαγωγὴ του Αλυπίου στα 67r-91v και τα Ῥυθμικὰ του Αριστοξένου αναπτύσσονται στα φύλλα 92r-95v. Βλ. Mathiesen 1988, σσ. 709-10.

(18) Οι τρεις εκδότες δίδουν κοινό στέμμα· βλ. Da Rios 1954:cvi· πβ Solomon 1983, σ. 253, Barbera 1991, σ. 79. Τα αποσπάσματα των Ῥυθμικῶν του Αριστοξένου και ο Αλύπιος δεν περιέχονται στο ΧΦ 234. Σύμφωνα με τον Pearson (1990, σσ. xi-xxii), όμως, κατά τα υπόλοιπα, η παράδοση των Ῥυθμικῶν είναι κοινή με εκείνη των τριών προαναφερθέντων εκδοτών. Από αυτό συνάγουμε ότι το αρχέτυπο του Ευκλείδη και του Αριστοξένου –όχι, όμως, και του Κλεονείδη (βλ. παρακάτω, σημ. 25)– θα πρέπει να περιείχε και τις πέντε πραγματείες. Οι δύο, όμως, τελευταίες (Αλύπιος, Ῥυθμικὰ Αριστοξένου) δεν πέρασαν στο ΧΦ 234.

(19) Πρόκειται για το πρώτο –από τα τρία– τμήμα του Vaticanus gr. 2338 που χρονολογήθηκε ανάμεσα στον 12ο και τον 13ο αιώνα· βλ. Mathiesen 1988, σ. 608.

(20) Βλ. παραπάνω, σημ. 17.

(21) Βλ. Mathiesen 1988, σ. 608.

(22) Βλ. Solomon 1980, σ. 373· πβ Barbera 1991, σ. 26.

(23) Βλ. Solomon 1980, σ. 169.

(24) Βλ. Barbera 1991, σ. 28· πβ Pöhlmann 1994, σ. 193.

(25) Ο Pöhlmann δεν έλαβε, προφανώς, υπ’ όψιν του το σύνολο της παράδοσης της Εἰσαγωγῆς του Κλεονείδη. Αν το στέμμα του Solomon είναι σωστό, τότε τα ΧΦ 234 και 270 ανασυνθέτουν το υπαρχέτυπο b της Εἰσαγωγῆς, το οποίο με τη σειρά του οδηγεί στην ανασύνθεση του αρχετύπου a μαζί με τις γραφές του P, της σειράς, δηλαδή, των χειρογράφων που παραδίδουν την πραγματεία υπό τον τίτλο ἐκ τῶν τοῦ Πάππου. Πρόκειται, βεβαίως, για τον Πάππο τον Αλεξανδρινό που άκμασε τον 3ο μΧ αι. Αν, λοιπόν, με βάση τον τίτλο αυτό δεχθούμε ότι μια από τις διακλαδώσεις της παράδοσης του Κλεονείδη είχε ενσωματωθεί στην παράδοση του έργου του Πάππου, είναι εύλογο, ότι η ομάδα Ευκλείδης-Κλεονείδης δεν είχε δημιουργηθεί ακόμα.

(26) Βλ. Pöhlmann 1994, σ. 194. Το ίδιο μπορούμε να ισχυρισθούμε και για την διακλάδωση P (Solomon 1983, σ. 253) της Εἰσαγωγῆς του Κλεονείδη, η οποία δεν διασώζει την πρώτη παράγραφο (Jan 1995, σσ. 179.1-8).

(27) Για μεν τους Ευκλείδη, Αλύπιο και Αριστόξενο, αυτός ο κώδικας συνιστά το αρχέτυπο, για δε τον Κλεονείδη, το –κατά Solomon 1983– υπαρχέτυπο b.

(28) Βλ. Barbera 1984, σ. 207· πβ Cassiodorus, Cassiodori Senatoris institutiones, V.1, 10/Mynors 1937, σσ. 142.13-17 και 149.16-19.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s